Vasso's profile"Lycofos Nostalgias"PhotosBlogListsMore Tools Help

Blog


    April 30

    ΛΟΓΙΑ ΚΑΡΔΙΑΣ

     
     La Parola
                                                                                                 
    La Parola è l'abito elegante di sera
    del nostro sentimento..
    è il canto della saggezza ma,
    anche il grido del dolore,
    è l'abbraccio più caloroso tra le persone...
    ma, anche l'opposizione
    e l'allontanamento offensivo,
    è il ricchiamo dello spirito....
    ma, anche il terrore nel buio
    è l'inno della logica....
    e la Poesia dell'anima,
    è il ponte dell'amicizia...
     e il pianto della solitudine,
    è il sole dell'universo mentale...
    e l'eco del bisogno del cuore.

    *******

    Οι Λέξεις...

    Οι λέξεις είναι τα γιορτινά ρούχα
    του ανθρώπινου συναισθήματος,
    είναι το τραγούδι της σοφίας,
    αλλά και η κραυγή του πόνου.
    Είναι η πιό θερμή ανθρώπινη αγκαλιά
    αλλά και η πιό σθεναρή αντίδραση,
    η άγρια απομάκρυνση και η απομόνωση.
     Είναι το κάλεσμα της ψυχής,
    αλλά και η έκφραση του τρόμου στο σκοτάδι.
    Είναι ο ύμνος  της λογικής
    και της καρδιάς η ποίηση.
    Είναι η γέφυρα της φιλίας
    και ο θρήνος της μοναξιάς.
    Είναι ο ήλιος της παγκόσμιας σκέψης
    και η ηχώ της ανθρώπινης ανάγκης.

    Lunapiena
    April 29

    O. ELYTIS

                                                                                                                                                                                        
     

     Μονόγραμμα ΙΙΙ

     
    Έτσι μιλώ για σένα και για μένα
    Cosi parlo per Te e per Me

    Eπειδή σ' αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
    Nα μπαίνω σαν Πανσέληνος
    Aπό παντού, για το μικρό το πόδι σου
     μέσ' στ' αχανή σεντόνια
    Nα μαδάω γιασεμιά - κι έχω τη δύναμη
    Aποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
    Mέσ' από φεγγερά περάσματα
    και κρυφές της θάλασσας στοές
    Yπνωτισμένα δέντρα
    με αράχνες που ασημίζουνε.

    E' perchè Ti amo che conosco l'Amore.
    Come la Lunapiena, entro da per tutto ,
    cercando sotto le grande lensuole
    per il tuo piccolo piede.
    Per spellare il gelsomino
    la mia forza, mentre tu dormi ancora,
    è portarti con il mio respiro
     sulle strade della Luna
    e nelle nascoste gallerie del mare.
    Alberi ipnotizzati
    con ragne argentate.

    Aκουστά σ' έχουν τα κύματα
    Πώς χαϊδεύεις, πώς φιλάς
    Πώς λες ψιθυριστά το "τί" και το "έ"
    Tριγύρω στο λαιμό στον όρμο
    Πάντα εμείς το φως κι η σκιά.

    Hanno sentito pure le onde
    le tue carrezze e i tuoi baci,
    come chiedi mormorando "cosa" e "eh"
    intorno alla terra della baia
    siamo sempre noi, la luce e l'ombra.

    Πάντα εσύ τ' αστεράκι
    και πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο
    Πάντα εσύ το λιμάνι
    κι εγώ το φανάρι το δεξιά
    Tο βρεμένο μουράγιο
    και η λάμψη επάνω στα κουπιά.

     Sempre tu la stella
    ed io la barchetta buia,
    Sempre tu il porto
    ed io il fanale destro,
     la bagnata banchina
    e il bagliore sopra le ramate.

    Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
    Tα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνει
    Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα
    και πάντα εγώ η σκιά που μεγαλώνει
    Tο γερτό παντζούρι εσύ,
    ο αέρας που το ανοίγει εγώ
    Eπειδή σ' αγαπώ και σ' αγαπώ
    Πάντα εσύ το νόμισμα
    κι εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει:

    In alto sulle case con le pergole
    le rose legate, l'acqua che si raffreda,
    sempre tu la statua di pietra
    e sempre io l'ombra che cresce.
    Tu la semichiusa persiana
    ed io il vento che l'apre,
    perchè ti amo e ti amo...
    Sempre tu la moneta
    ed io la fede che la rimborsa:

    Tόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο
    Tόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά
    Tριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
    Kαμάρα τ' ουρανού με τ' άστρα
    Tόσο η ελάχιστή σου αναπνοή.

    Tanto la notte, tanto il rombo del vento,
    tanto la rugiada dell'aria, tanto il silenzio.
    Intorno regna il mare,
    stanza del cielo stellato...
    tanto il tuo corto respiro.

    Που πια δεν έχω τίποτε άλλο
    Mέσ' στους τέσσερεις τοίχους,
    το ταβάνι, το πάτωμα
    Nα φωνάζω από σένα
    και να με χτυπά η φωνή μου
    Nα μυρίζω από σένα
    και ν' αγριεύουν οι άνθρωποι
    Eπειδή το αδοκίμαστο
    και το απ' αλλού φερμένο
    Δεν τ' αντέχουν οι άνθρωποι
    κι είναι νωρίς, μ' ακούς
    Eίναι νωρίς ακόμη
    μέσ' στον κόσμο αυτόν αγάπη μου
    Nα μιλώ για σένα και για μένα.

    Non ho nient'altro che...
    dentro ai quattro muri
    il soffito, il pavimento.
    Vorrei gridare per te
    e colpirmi la mia voce.
    Vorrei profumare di te
    e irritare le persone,
    perchè l'intentato
    e quel che è portato da lontano
    non lo sopportano gli uomini,
    è troppo presto, mi senti?
    E' troppo presto ancora
    in questo mondo, amore mio
    per parlare di Te e di Me. 

                                                                                        
    Οδυσσέας Ελύτης
    Trad. Lunapiena

    ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

                                                                                              
    Μονόγραμμα VI
     
    Έχω δει πολλά και η γη
    μέσ'απ'το νού μου φαίνεται ωραιότερη.
    Ωραιότερη μες στους χρυσούς ατμούς,
    η πέτρα κοφτερή,
    ωραιότερα τα μπλάβα των ισθμών,
    και οι στέγες μες τα κύματα.
    Ωραιότερες οι αχτίδες
    όπου δίχως να πατείς περνάς,
    αήττητη όπως η θεά της Σαμοθράκης,
    πάνω από τα βουνά της θάλασσας.
     
    ******
     
    Ho visto molte cose e la terra
    nella mia mente sembra più bella.
    Più bella dentro ai vapori dorati,
    e la pietra tagliente,
    più belli anche li plumbei istmici,
    ed i tetti delle case nelle onde.
    Più belli anche i raggi,
    che senza premerli passi,
    vittoriosa come la dea della Samotrace
    sopra le montagne del mare.
     
    *******
     
    Έτσι σ'έχω κοιτάξει πού μού αρκεί,
    να'χει ο χρόνος όλος αθωωθεί.
    Μές στο αυλάκι που το πέρασμά σου αφήνει
    σαν δελφίνι πρωτόπειρο ν'ακολουθεί,
    και να παίζει με τ'άσπρο
    και το κυανό η ψυχή μου!
     
    *****
     
    Ti ho guardato con quel sguadro che mi basta,
    per rifare tutto il mio tempo innocente.
    Sul canale che lascia il tuo passaggio ti segue,
    come un piccolo delfino,
    giocando con il bianco delle onde
    e l'azzurro del mare, il mio cuore!
     
    ******
     
    Νίκη, νίκη όπου έχω νικηθεί
    πρίν από την αγάπη και μαζί
    Για τη ρολογιά και το γκιούλ-μπιρσίμι
    Πήγαινε, πήγαινε κι ας έχω εγώ χαθεί.
     
    *****
     
    Vittoria, è una vittoria anche se sono sconfito,
    prima dell'amore ma anche con te,
    per gli attimi passati e per il giοul-brisimi,
    Vai, vai tu.. anche se io mi son perso.
     
    ******
     
    Μόνος και ας είναι ο ήλιος που κρατείς
    ένα παιδί νεογέννητο.
    Μόνος, και ας είμ'εγώ η πατρίδα που πενθεί
    Ας είναι ο λόγος που έστειλα
    να σου κρατεί δαφνόφυλλο.
    Μόνος, ο αέρας δυνατός καί μόνος
    τ’ ολοστρόγγυλο βότσαλο
    στο βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού.
    Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω
    στους καιρούς τον Παράδεισο!
     
    *******
     
    Solo, anche se il sole che tieni
    sia come un neonato.
    Solo, anche se sono io, la patria in lutto
    Magari la parola che ti ho mandato
    ti portasse foglie di lauro.
    Solo, il vento forte e solo,
    tutto rottondo anche il ciottolo,
    nel sguardo del mare profondo.
    Il pescatore che ha tirato in alto
    ha ributtato nel tempo, il Paradiso.
     
    O. Elytis
    Trad. Lunapiena

    Λόγια Καρδιάς

     
                                                                                                                                                                                         

     
     
    Note Buttate per caso
    Σκόρπιες Νότες
     
    Le pagine una difronte all'altra
    come una coppia innamorata
    parlano in silenzio d'amore...
    Note buttate per caso
    sul bianco foglio ingiallito
    dall'umido respiro del tempo...
    Vorrei sapere quale è il destino
    delle mie impronte sul tuo cuore
    parole che sfumano nella nebbia...
    Ricordi che tornano senza invito
    promesse del sole d'estate
    sfinite nel profondo del mare...
    Sfido la solitudine della luna
    nel buio di una notte senza stelle
    nell'arrivo di una tempesta...
    Acqua che scorre tra le mie dita
    il tempo della speranza
    come una farfala in cerca di un fiore
    sulla secca terra d'estate.
     
    **********
     
    Η μια σελίδα δίπλα στην άλλη
    σαν ένα ερωτευμένο ζευγάρι
    ψιθυρίζουν λόγια αγάπης.
    Σκόρπιες νότες πεταμένες στην τύχη
    πάνω στην άγραφη κιτρινισμένη σελίδα,
    απ'την υγρή ανάσα του χρόνου.
    Θα'θελα να'ξερα ποιά να'ναι η μοίρα
    απ'τα ίχνη π'άφησα στην καρδιά σου,
    ...λόγια που χάθηκαν στην ομίχλη!
    Αναμνήσεις που έρχονται ακάλεστες...
    υποσχέσεις ήλιου καλοκαιρινού,
    που κρύβονται στο βυθό της θάλασσας.
    Προκαλώ την μοναξιά του φεγγαριού,
    σε μια νύχτα χωρίς άστρα,
    που προμηνύεται καταιγίδα.
    Κι ο χρόνος της ελπίδας σαν το νερό,
    που φεύγει ανάμεσα απ'τα δάχτυλα..
    πεταλούδα που ψάχνει για ένα λουλούδι,
    στ'αποκαϊδια του καλοκαιριού.
                                                                                                                                                                                
    Lunapiena
    April 28

    Jaime Gil di Biedma

                                                                                            

    La strada Pandrossou
    Οδός Πανδρόσου

    Benamate immagini di Atene.
    Nel quartiere di Plaka,
    vicino a Monastiraki,
    una strada volgare con molti negozi.

    Πολυαγαπημένες εικόνες της Αθήνας
    στη συνοικία της Πλάκας,
    κοντά στο Μοναστηράκι,
    μιά λαική οδό με πολλά μαγαζιά.

     


    Se alcuno che mi vuole
    qualche volta va in Grecia
    e passa per di lì, soprattutto in estate
     che mi raccomandi a lei.
     
    Άν κάποιος που μ'αγαπά
    πάει κάποια φορά στην Ελλάδα
    και περάσει από κει, ιδίως το καλοκαίρι
    ας μου την χαιρετήσει.
     
    Era un lunedì di agosto
    dopo un anno atroce, appena arrivato.
     Mi ricordo che all'improvviso,
     amai la vita,
    perché la strada annusava
    a cucina e cuoio di scarpe.
     Ήταν μια δευτέρα του Αυγούστου
    μετά από ένα σκληρό χρόνο,
    που μόλις έφτασα.
    Θυμάμαι πως απρόσμενα
    αγάπησα την ζωή,
    γιατί ο δρόμος μοσχοβολούσε
    από μυρωδιές κουζίνας
    και από καινούργιο δέρμα παπουτσιών.
     
    Jaime Gil di Biedma
    Trad. Lunapiena 

    Ο ΕΛΥΤΗΣ

     
     

    Το Μονόγραμμα, VI


    Έτσι σ' έχω κοιτάξει πού μού αρκεί
    Νά ’χει ο χρόνος όλος αθωωθεί.

    Μές στό αυλάκι που τό πέρασμά σου αφήνει
    Σάν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ακολουθεί
    Καί νά παίζει μέ τ’άσπρο
    καί τό κυανό η ψυχή μου !

    Νίκη, νίκη όπου έχω νικηθεί
    Πρίν από τήν αγάπη καί μαζί
    Γιά τή ρολογιά καί τό γκιούλ-μπιρσίμι
    Πήγαινε, πήγαινε κι ας έχω εγώ χαθεί
    Μόνος, κι ας είναι ο ήλιος που κρατείς
     ένα παιδί νεογέννητο.

    Μόνος, κι ας είμ’εγώ η πατρίδα που πενθεί
    Ας είναι ο λόγος που έστειλα
    να σού κρατεί δαφνόφυλλο
    Μόνος, ο αέρας δυνατός
    καί μόνος τ’ολοστρόγγυλο
    βότσαλο στό βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
    Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω
    στούς καιρούς τόν Παράδεισο !
                                                                                                 
    Οδυσσέας Ελύτης

    Gianni Rodari

     





    La pasqua e le uova
    Το Πάσχα και τα αυγά






     

     

     

    Dall'uovo di Pasqua
    è uscito un pulcino
    di gesso arancione
    col becco turchino.
    Ha detto: "Vado,
    mi metto in viaggio
    e porto a tutti
    un grande messaggio".

     

    Από το αυγό του Πάσχα
    βγήκε ένα πουλάκι

    χρωματισμένο με πορτοκαλί

    και μ'ένα ράμφος γαλάζιο.
    Τραγουδούσε λέγοντας: "Πάω,
    για ένα μεγάλο ταξίδι,

    να φέρω σε όλους
    ένα μήνυμα μοναδικό."


     

    E volteggiando
    di qua e di là
    attraversando
    paesi e città
    ha scritto sui muri,
    nel cielo e per terra:
    "Viva la pace,
     abbasso la guerra".

    Και γυροβολώντας
    πότε δώ και πότε εκεί,

    μέσα από χωριά και πολιτείες

    έγραφε στους τοίχους

    στον ουρανό και στη γή:

    "ΖΗΤΩ η ΕΙΡΗΝΗ

    και ΚΑΤΩ ο ΠΟΛΕΜΟΣ"



    Gianni Rodari 
    Trad. Lunapiena

     

    April 27

    ΕΙΡΗΝΗ - PACE

     

     

                                                                                                                                                                                                  

     
     
    Per il mattino di Pasqua
    Για το πρωί του Πάσχα
     
    Io vorrei donare una cosa al Signore,
    ma non so che cosa.
    Andrò in giro per le strade
    e mi fermerò soprattutto coi bambini
    a giocare in periferia,
    e poi lascerò un fiore
    ad ogni finestra dei poveri
    e saluterò chiunque incontrerò per via.
     
    Θα ήθελα να χαρήσω κάτι στον Κύριο,
    μα δεν ξέρω τι...
    Θα τριγυρίσω στους δρόμους
     και θα σταματώ να παίζω
    με τα παιδιά στην περιφέρια
    και μετά θα αφήσω ένα λουλούδι
    σε κάθε παράθυρο φτωχικό,
    και θα χαιρετώ 'οποιον συναντήσω στο δρόμο.

     
    E poi suonerò con le mie mani
    le campane sulla torre.
    Andrò nel bosco questa notte
    e abbraccerò gli alberi
    e starò in ascolto dell'usignolo,
    quell'usignolo che canta sempre solo
    da mezzanotte all'alba.

     
    Μετά θα χτυπήσω με τα χέρια μου
    δυνατά τις καμπάνες του κάστρου.
    Θα πάω απόψε στο δάσος
    και θ'αγκαλιάσω όλα τα δένδρα
    και θα μείνω ν'ακούσω τ' αηδόνι,
    εκείνο τ'αηδόνι που τραγουδά πάντα μόνο
    από τα μεσάνυχτα μέχρι την αυγή.

     
    E poi andrò a lavarmi nel fiume
    e all'alba passerò sulle porte
    di tutti i miei fratelli
    e dirò a ogni casa:
    - Pace.!

     
    Και μετά θα πάω για να πλυθώ στο ποτάμι
    και την αυγή θα περάσω από τις πόρτες
    κάθε σπιτιού και θα πώ
    σε όλα μου τ'αδέλφια:
    -ΕΙΡΗΝΗ!

     
    David Maria Turoldo
    Trad. Lunapiena

    ΑΝΑΣΤΑΣΗ

     

     

    «Είναι ημέρα της Αναστάσεως σήμερα και το ξεκίνημα είναι ευνοϊκό,
     ας καμαρώνουμε για το πανηγύρι και ας αγκαλιάσουμε ο ένας τον άλλον.
    Ας προσφωνήσουμε «αδερφοί», ακόμη κι εκείνους που μας μισούν και, πολύ περισσότερο, εκείνους που από αγάπη έχουν κάμει ή έχουν πάθει κάτι. Ας δώσουμε συγχώρεση για όλα προς χάρη της Αναστάσεως.
    Ας δώσουμε συγχώρεση ο ένας στον άλλο...
     
    ******
     

    Δέχτηκε το χειρότερο, για να δώσει το καλύτερο. Έγινε φτωχός, για να γίνουμε εμείς πλούσιοι με τη δική Του φτώχεια. Έλαβε μορφή δούλου, για να πάρουμε εμείς από Αυτόν την ελευθερία. Κατέβηκε στη γη, για να υψωθούμε στον ουρανό.

    Δοκιμάστηκε από πειρασμούς, για να νικήσουμε. Ατιμάστηκε για να μας δοξάσει. Πέθανε για να μας σώσει, ανέβηκε στους ουρανούς για να τραβήξει κοντά Του εμάς που βρισκόμαστε ριγμένοι κάτω με την πτώση στην αμαρτία».
     
    Αγ. Γρηγόριος, ο Θεολόγος

    April 26

    ΜΕΓΑΛΟ ΣΑΒΒΑΤΟ

     
     
     
     
    Ὅτε κατῆλθες πρὸς τὸν θάνατον, ἡ ζωὴ ἡ ἀθάνατος, τότε τὸν Ἅδην ἐνέκρωσας, τὴ ἀστραπὴ τῆς θεότητος, ὅτε δὲ καὶ τοὺς τεθνεώτας ἐκ τῶν καταχθονίων ἀνέστησας, πᾶσαι αἱ Δυνάμεις τῶν ἐπουρανίων ἐκραύγαζον. Ζωοδότα Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, δόξα σοί».
     
    «Όταν κατέβηκες στο βασίλειο του θανάτου, Εσύ που είσαι η αθάνατη Ζωή,
    νέκρωσες τον άδη με τη λάμψη της Θεότητάς Σου.
    Όταν ανέστησες από τα βάθη της γης τους πεθαμένους,
    όλες οι ουράνιες Αγγελικές Δυνάμεις εφώναζαν:
    Δόξα σ’ Εσένα Χριστέ, ο Θεός μας, που δίνεις τη ζωή».
     
    *********
    «Σήμερον ὁ ᾅδης στένων βοᾷ· Κατελύθη μου ἡ ἐξουσία·
    ἐδεξάμην θνητόν ὥσπερ ἕνα τῶν θανόντων·
    τοῦτον δέ κατέχειν ὅλως οὐκ ἰσχύω,
    ἀλλ᾽ ἀπολῶ μετά τούτου ὧν ἐβασίλευον·
    ἐγώ εἶχον τούς νεκρούς ἀπ᾽ αἰῶνος,
    ἀλλά οὗτος ἰδού πάντας ἐγείρει.
    Δόξα, Κύριε, τῷ σταυρῷ σου καί τῇ ἀναστάσει σου».
     
    "Σήμερα ὁ ἅδης στενάζοντας βοᾶ: Ἡ ἐξουσία μου καταλύθηκε·
    δέχτηκα μέσα μου θνητόν σάν ἕναν ἀπ᾽ αὐτούς πού πεθαίνουν·
    αὐτόν ὅμως δέν ἔχω διόλου τή δύναμη νά κρατήσω,
    ἀλλά μαζί του θά χάσω κι αὐτούς πάνω στούς ὁποίους βασίλευα·
    ἐγώ εἶχα στήν ἐξουσία μου τούς νεκρούς, πού πέθαιναν ἀπό τήν ἀρχή,
    ἀλλά νά, αὐτός ἀνασταίνει τούς πάντες.
    Δόξα, Κύριε, στό σταυρό καί τήν Ἀνάστασή σου."
     
    ************
     
    «Ταὶς Μυροφόροις Γυναιξί, παρὰ τὸ μνῆμα ἐπιστάς, ὁ Ἄγγελος ἐβόα.
    Τὰ μύρα τοὶς θνητοὶς ὑπάρχει ἁρμόδια,
    Χριστὸς δὲ διαφθορὰς ἐδείχθη ἀλλότριος».
     
    «Ο άγγελος, που είχε σταθεί κοντά στο μνήμα είπε στις μυροφόρες γυναίκες:
    Τα αρώματα ταιριάζουν στους θνητούς.
    Ο Χριστός είναι τελείως ξένος προς τη φθορά.
     
    ********************
     
    ".........Ο απόστολος Παύλος λέει:
    «Ο Κύριος μάς λύτρωσε απ’ την υποδούλωσή μας στο σκοτάδι και μάς μετέφερε στο βασίλειο της αγάπης του».
    Και το πιο σπουδαίο είναι ότι ασχολήθηκε με το γεγονός αυτό ο Ίδιος ο βασιλιάς, τη στιγμή που κανένας άλλος βασιλιάς δεν καταδέχτηκε να κάνει κάτι παρόμοιο, αλλά δίνει εντολή στους υπηρέτες του να ελευθερώσουν τους φυλακισμένους. Εδώ όμως δεν συνέβη έτσι, αλλά ήρθε ο Ίδιος ο βασιλιάς στους φυλακισμένους και δε ντράπηκε ούτε τη φυλακή ούτε τους φυλακισμένους. Γιατί ήταν αδύνατο να ντραπεί το πλάσμα Του. Και συνέτριψε τις πύλες και διέλυσε τους μοχλούς και κυριάρχησε στον Αδη και εξαφάνισε όλη τη φρουρά και, αφού συνέλαβε δέσμιο τον δεσμοφύλακα (τον θάνατο), επανήλθε σ’ εμάς. Ο τύραννος μεταφέρθηκε αιχμάλωτος, ο ισχυρός δεμένος. Ο ίδιος ο θάνατος πέταξε τα όπλα του και έτρεξε άοπλος και δήλωσε υποταγή στο βασιλιά. Είδες τι αξιοθαύμαστη νίκη; Είδες τα κατορθώματα του σταυρού;
    Να σου πω και κάτι άλλο πιο αξιοθαύμαστο; Αν μάθεις με ποιον τρόπο νίκησε ο Χριστός, ο θαυμασμός σου θα γίνει μεγαλύτερος. Με τα όπλα δηλαδή που νίκησε ο διάβολος, με τα ίδια τον υπέταξε ο Χριστός. Αφού του άρπαξε (ο Χριστός) τα όπλα του, με εκείνα τον κατετρόπωσε. Και άκουσε πώς; Παρθένος, ξύλο και θάνατος ήταν τα σύμβολα της ήττας μας. Παρθένος ήταν η Εύα, γιατί δεν είχε γνωρίσει ακόμα τον άνδρα της. Ξύλο ήταν το δέντρο και θάνατος η τιμωρία του Αδάμ. Αλλά να, και πάλι Παρθένος και ξύλο και θάνατος, αυτά τα σύμβολα της ήττας, έγιναν σύμβολα της νίκης. Γιατί αντί της Εύας έχουμε τη Μαρία, αντί του ξύλου της γνώσεως του καλού και του κακού, το ξύλο του σταυρού, και αντί του θανάτου ως τιμωρία του Αδάμ, το θάνατο του Χριστού. Βλέπεις ότι ο διάβολος νικήθηκε με τα όπλα που νίκησε άλλοτε; Τον Αδάμ πολέμησε ο διάβολος και τον νίκησε κοντά στο δέντρο, τον διάβολο νίκησε ο Χριστός πάνω στο σταυρό. ......Το ξύλο επίσης την πρώτη φορά έκρυψε τον αιχμάλωτο που ήταν γυμνός, τη δεύτερη έδειχνε σ’ όλους γυμνό το νικητή (το Χριστό) που ήταν κρεμασμένος ψηλά. Και ακόμη, ο πρώτος θάνατος (του Αδάμ) καταδίκασε κι όλους εκείνους που γεννήθηκαν μετά από αυτόν, ενώ ο δεύτερος (του Χριστού) ανάστησε κι εκείνους ακόμη που έζησαν πριν από Εκείνον. «Ποιος μπορεί να περιγράψει με λόγια τη δύναμη του Κυρίου;
    Από νεκροί που ήμασταν, γίναμε αθάνατοι. Αυτά είναι τα κατορθώματα του σταυρού." Έμαθες για τη νίκη; Έμαθες με ποιον τρόπο επιτεύχθηκε; Δες τώρα πώς επιτεύχθηκες χωρίς κόπο. Δεν βάψαμε τα όπλα μας στο αίμα, δεν παραταχθήκαμε σε θέση μάχης, δεν τραυματιστήκαμε, ούτε είδαμε κανέναν πόλεμο, κι όμως νικήσαμε. Αγωνίστηκε ο Κύριος και μεις στεφανωθήκαμε. Επειδή λοιπόν είναι και δική μας η νίκη, ας ψάλλουμε όλοι σήμερα σαν στρατιώτες ύμνο επινίκιο:
    «Κατανικήθηκε ο θάνατος και κατατροπώθηκε.
    Πού είναι θάνατε η νίκη σου;
    Πού είναι Αδη το κεντρί σου;»
     
    Αγ. Ιωάννης, ο Χρυσόστομος  
    April 25

    ΕΓΚΩΜΙΟ Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ

     «Αι γενεαί αι πάσαι...»

    Αι γενεαί πάσαι, ύμνον τη Ταφή σου, προσφέρουσι Χριστέ μου.

    Καθελών του ξύλου, ο Αριμαθείας, εν τάφω σε κηδεύει.

    Μυροφόροι ήλθον, μύρα σοι, Χριστέ μου, κομίζουσαι προφρόνως.

    Δεύρο πάσα κτίσις, ύμνους εξοδίους, προσοίωμεν τω Κτίστη.

    Ους έθρεψε το μάννα, εκίνησαν την πτέρναν, κατά του ευεργέτου.

    Ιωσήφ κηδεύει, συν τω Νικοδήμω, νεκροπρεπώς τον Κτίστην.

    Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου Τέκνον, πού έδυ σου το κάλλος;

    Υιέ Θεού παντάναξ, Θεέ μου πλαστουργέ μου, πώς πάθος κατεδέξω;

    Έρραναν τον τάφον αι Μυροφόροι μύρα, λίαν πρωί ελθούσαι.

    Ω Τριάς Θεέ μου, Πατήρ Υιός και Πνεύμα, ελέησον τον κόσμον.

    Ιδείν την του Υιού σου, Ανάστασιν, Παρθένε, αξίωσον σους δούλους.

     

    «Η ζωή εν τάφω...»

    Η ζωή εν τάφω κατετέθης, Χριστέ, και Αγγέλων στρατιαί εξεπλήττοντο, συγκατάβασιν δοξάζουσαι την σην.

    Η ζωή πώς θνήσκεις; πώς και τάφω οικείς; του θανάτου το βασίλειον λύεις δε και το Άδου τους νεκρούς εξανιστάς.

    Μεγαλύνομέν σε, Ιησού Βασιλεύ, και τιμώμεν την ταφήν και τα πάθη σου, δι ών έσωσας ημάς εκ της φθοράς.

    Μέτρα γης ο στήσας, εν σμικρώ κατοικείς, Ιησού παμβασιλεύ, τάφω σήμερον, εκ μνημάτων τους θανόντας ανιστών.

    Ο Δεσπότης πάντων καθοράται νεκρός και εν μνήματι καινώ κατατίθεται, ο κενώσας τα μνημεία των νεκρών.

    Δακρυρρόους θρήνους επί σε η Αγνή, μητρικώς, ω Ιησού, επιρραίνουσα, ανεβόα˙ Πώς κηδεύσω σε, Υιέ;

    Προσκυνώ το Πάθος, ανυμνώ την Ταφήν, μεγαλύνω σου το κράτος φιλάνθρωπε, δι' ων λέλυμαι παθών φθοροποιών.

    Οίμοι φως του Κόσμου! Οίμοι φως το εμόν! Ιησού μου ποθεινότατε έκραζεν, η Παρθένος θρηνωδούσα γοερώς.

    Ανυμνούμεν Λόγε, σε τον πάντων Θεόν, συν Πατρί και τω Αγίω σου Πνεύματι και δοξάζομεν την θείαν σου Ταφήν.

    Μακαρίζομέν σε, Θεοτόκε αγνή, και τιμώμεν την ταφήν την τριήμερον του Υιού σου και Θεού ημών πιστώς.

      

    Giannis RITSOS

     
    Η ΣΟΝΑΤΑ του ΣΕΛΗΝΟΦΩΤΟΣ
    Γιάννης Ρίτσος
     
    " ...Μια ηλικιωμένη γυναίκα, ντυμένη στα μαύρα, μιλάει σ' έναν νέο. Δεν έχουν ανάψει φως. Απ' τα δύο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο.
    Ξέχασα να πω ότι η Γυναίκα με τα Μαύρα έχει εκδώσει δύο-τρεις ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής.
    Λοιπόν, η Γυναίκα με τα Μαύρα μιλάει στον Νέο: -Άφησέ με να έρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε! Είναι καλό το φεγγάρι, - δε θα φαίνεται που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις. Άφησέ με να έρθω μαζί σου. Όταν έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι, αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες, ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου λησμονημένα λόγια δε θέλω να τ ακούσω. Σώπα. Άφησε με να έρθω μαζί σου λίγο πιο κάτου, ως την μάντρα του τουβλάδικου, ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο, τόσο αδιάφορη κι άυλη τόσο θετική σαν μεταφυσική που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κι η φθορά του. Άφησε με να έρθω μαζί σου..... Θα καθίσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα, κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας μπορεί να φανταστούμε κιόλας πως θα πετάξουμε, γιατί, πολλές φορές, και τώρα ακόμη, ακούω τον θόρυβο του φουστανιού μου σαν τον θόρυβο δύο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν, κι όταν κλείνεσαι μέσα σ αυτόν τον ήχο του πετάγματος νιώθεις κρουστό το λαιμό σου, τα πλευρά σου, τη σάρκα σου, κι έτσι σφιγμένος μες στους μυώνες του γαλάζιου αγέρα, μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους, δεν έχει σημασία αν φεύγεις ή αν γυρίζεις κι ούτε έχει σημασία που άσπρισαν τα μαλλιά μου, (δεν είναι τούτο η λύπη μου η λύπη μου είναι που δεν ασπρίζει κι η καρδιά μου).
    Άφησε με να έρθω μαζί σου Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα, μοναχός στη δόξα και στο θάνατο. Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί. Άφησε με να έρθω μαζί σου.... Τούτο το σπίτι στοίχειωσε, με διώχνει θέλω να πω έχει παλιώσει πολύ, τα καρφιά ξεκολλάνε, τα κάδρα ρίχνονται σα να βουτάνε στο κενό, οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα όπως πέφτει το καπέλο του πεθαμένου απ' την κρεμάστρα στο σκοτεινό διάδρομο όπως πέφτει το μάλλινο τριμμένο γάντι της σιωπής απ' τα γόνατά της ή όπως πέφτει μιά λουρίδα φεγγάρι στην παλιά, ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα. Κάποτε υπήρξε νέα κι αυτή, - όχι η φωτογραφία που κοιτάς με τόση δυσπιστία λέω για την πολυθρόνα, πολύ αναπαυτική, μπορούσες ώρες ολόκληρες να κάθεσαι και με κλεισμένα μάτια να ονειρεύεσαι ό,τι τύχει - μιάν αμμουδιά στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη από φεγγάρι, πιο στιλβωμένη απ' τα παλιά λουστρίνια μου που κάθε μήνα τα δίνω στο στιλβωτήριο της γωνίας, ή ένα πανί ψαρόβαρκας που χάνεται στο βάθος λικνισμένο απ' την ίδια του ανάσα, τριγωνικό πανί σα μαντίλι διπλωμένο λοξά μόνο στα δύο σα να μην είχε τίποτα να κλείσει ή να κρατήσει ή ν' ανεμίσει διάπλατο σε αποχαιρετισμό.
    Πάντα μου είχα μανία με τα μαντίλια, όχι για να κρατήσω τίποτα δεμένο, τίποτα σπόρους λουλουδιών ή χαμομήλι μαζεμένο στους αγρούς με το λιόγερμα ή να το δέσω τέσσερις κόμπους σαν το αντικρινό γιαπί ή να σκουπίζω τα μάτια μου, - διατήρησα καλή την όρασή μου, ποτέ μου δεν φόρεσα γυαλιά. Μιά απλή ιδιοτροπία τα μαντίλια.... Τώρα τα διπλώνω στα τέσσερα, στα οχτώ, στα δεκάξι ν' απασχολώ τα δάχτυλά μου. Και τώρα θυμήθηκα πως έτσι μετρούσα τη μουσική σαν πήγαινα στο Ωδείο με μπλε ποδιά κι άσπρο γιακά, με δύο ξανθές πλεξούδες - 8, 16, 32, 64, - κρατημένη απ' το χέρι μιας μικρής φίλης μου ροδακινιάς όλο φως και ροζ λουλούδια, (συγχώρεσέ μου αυτά τα λόγια κακή συνήθεια) 32, 64, - κι οι δικοί μου στήριζαν μεγάλες ελπίδες στο μουσικό μου τάλαντο. Λοιπόν, σου λεγα για την πολυθρόνα ξεκοιλιασμένη φαίνονται οι σκουριασμένες σούστες, τα άχερα έλεγα να την πάω δίπλα στο επιπλοποιείο, μα που καιρός και λεφτά και διάθεση τι να πρωτοδιορθώσεις; - έλεγα να ρίξω ένα σεντόνι πάνω της, - φοβήθηκα τ' άσπρο σεντόνι σε τέτοιο φεγγαρόφωτο.
    Εδώ κάθισαν άνθρωποι που ονειρεύτηκαν μεγάλα όνειρα, όπως κι εσύ κι όπως κι εγώ άλλωστε, και τώρα ξεκουράζονται κάτω απ' το χώμα δίχως να ενοχλούνται απ' τη βροχή ή το φεγγάρι. Άφησε με να έρθω μαζί σου...
     
     
     

    Εγκώμια... ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

     

    April 24

    Ludwin Van Beethoven

     

     
    Ludwin Van BEETHOVEN
    γεννήθηκε στη Βόννη το 1770 , γόνος οικογένειας μουσικών, διδάχθηκε αρχικά μουσική από τον πατέρα του, που ήταν τενόρος στην αυλική χορωδία της Βόννης.
    Το 1787 επισκέφτηκε την Βιέννη για να συνεχίσει τις σπουδές του στη μουσική με δάσκαλο τον Μότσαρτ, μετά όμως από δύο μόλις βδομάδες αναγκάστηκε να επστρέψει στη Βόννη, λόγω σοβαρής ασθένειας της μητέρας του.
    Όταν 5 χρόνια μετά, τον Νοέμβρη του 1792, επέστρεψε στην Βιέννη, ο Μότσαρτ δεν ζούσε πιά.
    Το πρώτο του δημόσιο κονσέρτο έδωσε το 1795 στο Burgtheater της Βιέννης. 'Ηδη είχαν αρχίσει τα πρώτα του προβλήματα με την ακοή από το 1794, που από το 1801 του δημιούργησαν σοβαρότατο πρόβλημα και το 1818 αναφέρεται ότι έχασε τελείως την ακοή του. Αυτό όμως δεν πτόησε τον συνθέτη που συνέχισε με πάθος να γράφει μουσική.
    Η συμφωνική του Μουσική συνδέεται με την ανάπτυξη της παγκόσμιας πολιτιστικής και πολιτικοκοινωνικής κίνησης. Η 9η Συμφωνία του ταυτίζεται εθνικούς και κοινωνικούς στόχους. Σε ιδιαίτερες ιστορικές στιγμές η 9η Συμφωνία ήταν μέσο εμψύχωσης και ανάτασης ή άλλοτε παρηγοριάς και ελπίδας.
    Η «Ωδή στη Χαρά» υιοθετήθηκε σαν ο ύμνος της Κοινωνίας των Εθνών και συμβολίζει την Ελευθερία και την Αδελφοσύνη των λαών. Αναφέρεται ότι στην Ιαπωνία το 1944 οι φοιτητές που είχαν επιστρατευτεί ζήτησαν να ακούσουν πριν αναχωρήσουν για το μέτωπο, την 9η Συμφωνία του Μπετόβεν, για να διατηρήσουν στο μυαλό τους κάτι που τους «θυμίζει την πατρίδα»... Στην Κίνα
    η 9η Συμφωνία εκφράζει τη «νίκη μέσα από την πάλη» του λαού ενάντια στους καταπιεστές του. Η Μουσική του Μπετόβεν γίνεται ο συνδετικός κρίκος των πολιτισμών και η γέφυρα που ενώνει τους λαούς που αγωνίζονται...

    BEETHOVEN, 9η ΣΥΜΦΩΝΙΑ (μέρος 2°)

     

    BEETHOVEN, 9η ΣΥΜΦΩΝΙΑ

     

    ΠΑΣΧΑΛΙΝΑ ΑΥΓΑ

     

     
    Την Μεγάλη Πέμπτη βάφουμε τα Κόκκινα Αυγά.
    ...Το Αυγό στις παραδόσεις πολλών λαών συμβολίζει την ΖΩΗ. Σε αρχαίους τάφους έχουν βρεθεί απομεινάρια αυγών. Φαίνεται να χρησιμοποιούσαν το ΑΥΓΟ ή σαν δώρο προς τους νεκρούς ή σαν στοιχείο που αντιπροσώπευε την αναπαραγωγή της Ζωή. Το Αυγό ήταν ένα από τα σύμβολα της Ζωής... και συνδέεται με το γεγονός ότι μέσα από το κέλυφος γεννιέται... αναπαράγεται η Ζωή.
    Το Κόκκινο χρώμα επίσης συμβολίζει την ΖΩΗ, όντας το χρώμα του αίματος, το χρώμα της Ζωής. Στην Χριστιανική παράδοση το Κοκκινο Αυγό συνδέεται με την Θυσία του Ιησού που χάρισε την Ζωή στους ανθρώπους. Το βάψιμο των κόκκινων ΑΥΓΩΝ την Μεγάλη Πέμπτη, συμβολίζει από την μιά την Θυσία του Υιού του Θεού και από την άλλη προσδοκία μας για Πνευματική Ζωή. Αρχικά το χρώμα που χρησιμοποιούσαν για βάψιμο των αυγών, ήταν μ'ονο ΚΟΚΚΙΝΟ... με τα χρόνια χρησιμοποιούσαν και άλλα χρώματα ή και σχέδια. Στην Ελληνική παράδοση το Πασχαλινό γιορτινό Ψωμί περιείχε στο κέντρο ένα Κόκκινο Αυγό. Συχνά ζωγράφιζαν πουλιά ή άλλα σχήματα πάνω στα βαμμένα αυγά χρησιμοποιώντας λιωμένο κερί. Άλλοτε χρησιμοποιώντας φύλλα, σε διάφορα σχήματα, τυλίγοντάς τα με τούλι ή άλλο λεπτό ύφασμα έδιναν ομορφιά στα βαμμένα τους αυγά.
    ....Αδειάζοντας το περιεχόμενο του αυγού με μια σύριγγα, μπορείς να σχεδιάσεις με διάφορους τρόπους το άδειο κέλυφος κάνοντας όμορφα διακοσμητικά αυγά για το γιορτινό τραπέζι του ΠΑΣΧΑ. Το έθιμο εξάλλου με το Κόκκινο ΠΑΣΧΑΛΙΝΟ ΑΥΓΟ έδωσε ιδέες τόσο στην διακόσμηση, όσο και στο εμπόριο, έτσι σοκολατένια ή με άλλα υλικά κατασκευασμένα αυγά κυριαρχούν σήμερα την αγορά, αντικαθιστώντας χρόνο με το χρόνο την παράδοση.
    ************
    Τα ΑΣΠΡΑ ΑΥΓΑ, βάφονται πιό εύκολα και μ επιτυχία, γι'αυτό προτιμούνται. Χρησιμοποιούνται συνήθως μη τοξικές μπογιές για το βάψιμο των αυγών Ο οικολογικός τρόπος βαφής των Κόκκινων Αυγών, όμως μπορεί να γίνει με τον καυτό ζωμό από βρασμένα πατζάρια. Αν στη θέση των πατζαριών χρησιμοποιηθούν χλωρά φύλλα καρυδιάς ή φλούδα χλωρού καρυδιού ή το σπανάκι, τα Αυγά βάφονται Πράσινα, ενώ για Κίτρινα αυγά χρησιμοποιούντα τα φύλλα αμυγδαλιάς, για καφέ βράζονται φλούδες από κρεμμύδια, ενώ για μωβ αυγά, πρέπει να βράσουν ταυτόχρονα με τρεις χούφτες από βιολέτες.
    Στα παιδιά αρέσει πολύ να συμμετέχουν στο Βάψιμο των Αυγών όπως και σέ όλες τις άλλες προετοιμασίες των γιορτινών μας παραδόσεων.
    ΚΑΛΟ ΒΑΨΙΜΟ! λοιπόν..

    Lunapiena

    Ρωμανός ο Μελωδός

                                                                                                                                                                                                

    «Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται
    ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός,
    καὶ μακάριος ὁ δοῦλος,
    ὃν εὑρήσει γρηγοροῦντα,
    ἀνάξιος δὲ πάλιν, ὃν εὑρήσει ῥαθυμοῦντα.
    Βλέπε οὖν ψυχή μου, μὴ τῶ ὕπνω κατενεχθής,
    ἵνα μῄ τῶ θανάτω παραδοθής,
    καὶ τῆς βασιλείας ἔξω κλεισθής,
    ἀλλὰ ἀνάνηψον κράζουσα.
    Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος εἶ ὁ Θεός,
    διὰ τῆς Θεοτόκου ἐλέησον ἡμᾶς»

     
    Ρωμανός ο Μελωδός

     
    «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται μέσα στην νύχτα
    και μακάριος είναι αυτός
    που τον περιμένει άγρυπνος.
    Ανάξιος είν'εκείνος
    που παραμένει ράθυμος και αμελής.
    Πρόσεχε, ψυχή μου,
    μη καταληφθείς από τον ύπνο,
    κι έτσι παραδοθείς στον θάνατο,
    και κλειστείς έξω από την ουράνια βασιλεία
    αλλά φρόντισε να συνέλθεις και φώναξε δυνατά:
    Άγιος, άγιος, άγιος είναι ο Θεός
    και μέσω της Θεοτόκου ελέησέ μας»

    Μεταφρ. Lunapiena
    April 23

    ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

     
     

     
    Σ'ΑΓΑΠΑΩ.... Μ'ΑΚΟΥΣ
    Ι.
    Θα πενθώ πάντα - μ’ακούς;
    - για σένα μόνος, στον Παράδεισο
    Θά γυρίσει αλλού τις χαρακιές της παλάμης,
    η Μοίρα, σαν κλειδούχος.
    Μιά στιγμή θά συγκατατεθεί ο Καιρός
    Πως αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι
    Θα παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
    Και θα χτυπήσει τον κόσμο η αθωότητα
    Με το δριμύ του μαύρου του θανάτου.
    ΙΙ.
    Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονται
    Χωρίς εμάς και τραγουδώ τ’άλλα που πέρασαν
    Εάν είναι αλήθεια μιλημένα τα σώματα
    και οι βάρκες που έκρουζαν γλυκά
    Οι κιθάρες που αναβόσβησαν κάτω απο τα νερά
    Τα “πίστεψέ με” και τα “μή”
    Μιά στον αέρα μιά στη μουσική
    Τα δυό μικρά ζώα, τα χέρια μας
    Που γύρευαν ν’ανέβουνε κρυφά το ένα στο άλλο
    Η γλάστρα με το δροσαχί στις ανοιχτές αυλόπορτες
    Και τα κομμάτια οι θάλασσες πού ερχόντουσαν μαζί
    Πάνω απ’τις ξερολιθιές, πίσω άπ’τους φράχτες
    Την ανεμώνα που κάθισε στό χέρι σου
    Κι έτρεμες τρείς φορές το μώβ
    τρείς μέρες πάνω από τους καταρράχτες
    Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
    Το ξύλινο δοκάρι και το τετράγωνο φαντό
    Στόν τοίχο με τη Γοργόνα με τα ξέπλεκα μαλλιά
    Τη γάτα που μας κοίταξε μέσα στα σκοτεινά
    Παιδί με το λιβάνι και με τον κόκκινο σταυρό
    Την ώρα που βραδιάζει στων βράχων το απλησίαστο
    Πενθώ το ρούχο που άγγιξα και μου ήρθε ο κόσμος.
    ΙΙΙ.
    Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα
    Επειδή σ’αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
    Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
    Από παντού, γιά τό μικρό τό πόδι σου
    μές στ’αχανή σεντόνια
    Νά μαδάω γιασεμιά κι έχω τή δύναμη
    Αποκοιμισμένη, νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
    Μές από φεγγαρά περάσματα
    καί κρυφές της θάλασσας στοές
    Υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουμε
    Ακουστά σ’έχουν τα κύματα πως χαιδεύεις, πως φιλάς
    Πως λες ψιθυριστά το “τι” καί τό “έ”
    Τριγύρω στο λαιμό στόν όρμο
    Πάντα εμείς το φώς κι η σκιά πάντα εσύ τ’αστεράκι
    και πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο
    Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
    το βρεγμένο μουράγιο
    και η λάμψη επάνω στα κουπιά
    Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
    Τα δετά τριαντάφυλλα, και το νερό που κρυώνει
    Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα
    και πάντα εγώ η σκιά που μεγαλώνει
    Το γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ
    Επειδή σ’αγαπώ καί σ’αγαπώ
    Πάντα Εσύ τό νόμισμα
    και εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει:
    Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στόν άνεμο
    Τόσο η στάλα στόν αέρα, τόσο η σιγαλιά
    Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
    Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα
    Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή
    Που πιά δέν έχω τίποτε άλλο
    Μες στους τέσσερις τοίχους, τό ταβάνι, τό πάτωμα
    Να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
    Να μυρίζω από σένα και ν’αγριεύουν οι άνθρωποι
    Επειδή το αδοκίμαστο και το απ’αλλού φερμένο
    Δεν τ’αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’ακούς
    Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου
    Να μιλώ για σενα και για μενα.
    ΙV.
    Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ’ακούς
    Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ’ακούς
    Τό χαμένο μου το αίμα καί το μυτερό,
    μ’ακούς μαχαίρι
    Σαν κριάρι που τρέχει μες στους ουρανούς
    Και των άστρων τους κλώνους τσακίζει, μ’ακούς
    Είμ’εγώ, μ’ακούς... Σ’αγαπώ, μ’ακούς
    Σε κρατώ και σε πάω και σου φορώ
    Το λευκό νυφικό της Οφηλίας, μ’ακούς
    Πού μ’αφήνεις, πού πας και ποιός, μ’ακούς
    Σου κρατεί το χέρι πάνω απ’τους κατακλυσμούς
    Οί πελώριες λιάνες και των ηφαιστείων οι λάβες
    Θά’ρθει μέρα, μ’ακούς
    Να μας θάψουν κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι
    Λαμπερά θα μας κάνουν πετρώματα, μ’ακούς
    Να γυαλίσει επάνω τους η απονιά, ν’ακούς, των ανθρώπων
    Και χιλιάδες κομμάτια να μας ρίξει
    Στα νερά ένα-ένα, μ’ακούς
    Τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ’ακούς
    Κι είναι ο χρόνος μιά μεγάλη εκκλησία, μ’ακούς
    Όπου κάποτε οι φιγούρες των αγίων
    βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ’ακούς
    Οί καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ’ακούς
    Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω
    Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά
    και νεκρώσιμους ψαλμούς
    Πουθενά δέν πάω, μ’ακους
    Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ’ακούς
    Τό λουλούδι αυτό της καταιγίδας καί μ’ακούς της αγάπης
    μιά για πάντα το κόψαμε
    Και δεν γίνεται ν’ανθίσει αλλιώς, μ’ακούς
    Σ’άλλη γη, σ’άλλο αστέρι, μ’ακούς
    Δεν υπάρχει το χώμα, δέν υπάρχει ο αέρας,
    πού αγγίξαμε, ο ίδιος, μ’ακούς
    Καί κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε
    σ’άλλους καιρούς από τόσον χειμώνα
    κι από τόσους βοριάδες, μ’ακούς
    Να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ’ακούς
    Μες στη μέση τής θάλασσας
    Από το μόνο θέλημα της αγάπης, μ’ακούς
    Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ’ακούς
    Μέ σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
    Aκου,άκου
    Ποιός μιλεί στά νερά καί ποιός κλαίει-ακούς;
    ποιος γυρευει τον αλλο, ποιος φωναζει-ακους;
    Είμ’εγώ πού φωνάζω κι είμ’εγώ πού κλαίω, μ’ακούς
    Σ’αγαπώ, σ’αγαπώ, μ’ακούς.
    V.
    Γιά σένα έχω μιλήσει σέ καιρούς παλιούς
    Μέ σοφές παραμάνες καί μ’αντάρτες απόμαχους
    Από τι να’ναι που έχεις τη θλίψη του αγριμιού
    Τήν ανταύγεια στο μέτωπο του νερού του τρεμάμενου
    Καί γιατί, λέει, να μέλει κοντά σου νά’ρθω
    Που δεν θέλω αγάπη αλλά θέλω τον άνεμο
    Αλλά θέλω της ξέσκεπης
    όρθιας θάλασσας τον καλπασμό
    Και για σένα κανείς δεν είχε ακούσει
    Γιά σένα ούτε το δίκταμο ούτε το μανιτάρι
    Στα μέρη τ’αψηλά της Κρήτης τίποτα
    Γιά σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός νά μου οδηγεί τό χέρι
    Πιό δω, πιό κεί, προσεχτικά
    σ’όλα το γύρο του γιαλού του προσώπου,
    τους κόλπους, τα μαλλιά
    Στο λόφο κυματίζοντας αριστερά
    Το σώμα σου στη στάση του πεύκου του μοναχικού
    Μάτια της περηφάνειας καί του διάφανου βυθού,
    μέσα στο σπίτι με το σκρίνιο το παλιό
    Τις κίτρινες νταντέλες και το κυπαρισσόξυλο
    Μόνος να περιμένω που θα πρωτοφανείς
    Ψηλά στο δώμα ή πίσω στις πλάκες της αυλής
    Μέ τ’άλογο του Αγίου καί το αυγό της Ανάστασης
    Σάν από μια τοιχογραφία καταστραμμένη
    Μεγάλη όσο σέ θέλησε η μικρή ζωή
    Να χωράς στο κεράκι
    τη στεντόρεια λάμψη την ηφαιστειακή
    Που κανείς να μην έχει δεί και ακούσει
    Τίποτα μες στις ερημιές τα ερειπωμένα σπίτια
    Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στον αυλόγυρο
    Γιά σένα, ούτε η γερόντισσα μ’όλα της τά βοτάνια
    Για σένα μόνο εγώ, μπορεί, και η μουσική
    Που διώχνω μέσα μου αλλ’αυτή γυρίζει δυνατότερη
    Για σένα το ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονών
    Τό στραμμένο στο μέλλον με τον κρατήρα κόκκινο
    Γιά σένα σαν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
    Που βρίσκει μες στο σώμα και που τρυπάει τή θύμηση
    Και να το χώμα, να τα περιστέρια, να η αρχαία μας γή.
    VI.
    Έχω δει πολλά και η γη
    μες απ’τό νού μου φαίνεται ωραιότερη
    Ώραιότερη μες στους χρυσούς ατμούς
    Η πέτρα η κοφτερή, ωραιότερα
    Τά μπλάβα των ισθμών
    και οι στέγες μες στά κύματα
    Ωραιότερες οί αχτίδες
    όπου δίχως να πατείς περνάς
    Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης
    πάνω από τα βουνά της θάλασσας
    Έτσι σ’έχω κοιτάξει που μου αρκεί
    Νά’χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
    Μες στο αυλάκι που το πέρασμα σου αφήνει
    Σαν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ακολουθεί
    Και να παίζει μέ τ’άσπρο και το κυανό η ψυχή μου!
    Νίκη, νίκη όπου έχω νικηθεί πρίν από τήν αγάπη
    και μαζί για τη ρολογιά και το γκιούλ-μπιρσίμι
    Πήγαινε, πήγαινε καί ας έχω εγώ χαθεί
    Μόνος και ας είναι ο ήλιος που κρατείς
    ένα παιδίνεογέννητο
    Μόνος, και ας είμ’εγώ η πατρίδα που πενθεί
    Ας είναι ο λόγος που έστειλα νά σου κρατεί δαφνόφυλλο
    Μόνος, ο αέρας δυνατός καί μόνος τ’ολοστρόγγυλο βότσαλο
    στό βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
    Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω
    στούς καιρούς τόν Παράδεισο!
    VII.
    Στόν Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
    Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στή θάλασσα
    Μέ κρεβάτι μεγάλο καί πόρτα μικρή
    Έχω ρίξει μες στ’άπατα μιάν ηχώ
    Νά κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ
    Να σε βλέπω μισή να περνάς στο νερό
    Και μισή να σε κλαίω μες στον παράδεισο…

    Οδυσσέας Ελύτης

    POESIA INDIANA



                      
    Stelle nel cielo
    - Canto Apache-

                                                                                                                                                                                                  

    Guardale mentre sorgono
    sopra la linea d' incontro
    tra cielo e terra.
    Nella vostra ascesa, o Stelle,
    fateci da guida, siateci maestre:
    insegnateci a essere,
    come voi, UNITE.

    **********

    ΑΣΤΡΑ τ'ΟΥΡΑΝΟΥ
     -Canto Apache-

    Κοιτάχτε τα μόλις προβάλλουν
    πάνω από την γραμμή που συναντιούνται
    η γη και ο ουρανός,
    Στην άνοδό σας, ω! 'Αστρα!
    γίνετε οδηγοί μας, γίνετε μέντορες,
    μάθετέ μας να είμαστε
    σαν και σάς ΕΝΩΜΕΝΟΙ.

    Trad. Lunapiena