Vasso's profile"Lycofos Nostalgias"PhotosBlogListsMore Tools Help

Blog


    July 31

    Μια Καληνύχτα... με την Α. Πρωτοψάλτη

                                                                                                               
                                                                                                                                                                                                     

     
     



     


     


     

      

     

     

      

     

                                ΚΑΛΗ σας ΝΥΧΤΑ                          .

     

    July 29

    Οι άγνωστοι σωστοί....

                                                                                                                                                             

            
    I giusti

    Un uomo che coltiva il suo giardino,
    come voleva Voltaire.
    Chi è contento che sulla terra
    esista la musica.
    Chi scopre con piacere una etimologia.
    Due impiegati che in un caffè del Sud
    giocano in silenzio agli scacchi.
    Il ceramista che premedita
    un colore e una forma.
    Il tipografo che compone bene
    questa pagina
    che forse non gli piace.
    Una donna e un uomo che leggono
    le terzine finali di un certo canto.
    Chi accarezza un animale addormentato.
    Chi giustifica o vuole giustificare
    un male che gli hanno fatto.
    Chi è contento che sulla terra
    ci sia Stevenson.
    Chi preferisce
    che abbiano ragione gli altri.
    Tali persone, che si ignorano,
    stanno salvando il mondo.

    ********
    Οι Σωστοί

    Όποιος καλλιεργεί τον κήπο του,
    όπως το ήθελε ο Βολταίρος.
    Όποιος είναι ευτυχισμένος
    που υπάρχει η Μουσική στη γη.
    Όποιος ανακαλύπτει με χαρά
    τις ρίζες μιας λέξης.
    Δυο υπάλληλοι που παίζουν σιωπηλοί
    Σκάκι,
    σ'ένα καφενείο του Νότου.
    Ο κεραμίστας που ταιριάζει
    το χρώμα με το σχήμα.
    O τυπογράφος που συνθέτει
    με επιμέλεια
    αυτή τη σελίδα
    που πιθανά δεν του αρέσει.
    Μια γυναίκα κι ένας άνδρας που μελετούν
    τα τελικά τρίστιχα μιας μελωδίας.
    Όποιος χαϊδεύει ένα κοιμισμένο ζωάκι.

    Όποιος δικαιολογεί
    ή προσπαθεί να δικαιολογήσει
    μια αδικία που του έκαναν.
    Όποιος νοιώθει ευχαριστημένος
    που έζησε ο Λουις Στήβενσον στη γη .
    Όποιος προτιμά να έχουν δίκαιο οι άλλοι.
    Όλοι αυτοί οι άνθρωποι αν και άγνωστοι,
    είναι εκείνοι που σώζουνε τον Κόσμο.
                                                                                        
    Jorge Luis Borges
                       Trad. Lunapiena                                         

    July 28

    Με τα Κύθηρα στη... Καρδιά



     
     


           

      

    Μέρες γεμάτες από  Ο Μ Ο Ρ Φ Ι Α
    Φως, Γαλάζια Αγκαλιά κι Ευγένεια Ψυχής
    εδώ που ο Χρόνος σέβεται την Ιστορία..
    κι η Φύση τραγουδά παρέα με το κύμα!

         

    Μέρες γεμάτες Ζωντάνια και Γαλήνη
    στης Αρμονίας το ρυθμό.. σαν παραμύθι,
    που 'ντυσε τους μύθους.... με Ελπίδα!

           

    Μέρες που η κραταιά δύναμη της Αγάπης
    νικάει του Χρόνου την οργή.... τη λήθη
    κι η Ιστορία... τυπώθηκε στη πέτρα!

         

    Μέρες που ανασαίνει η καρδιά...Ζωή
    κι η Ψυχή ερωτικά αγκαλιάζει το κατάρτι
    και ταξιδεύει μαγικά στ'απέραντο γαλάζιο!.

         

    Μέρες ερωτικές στο Νησί της Ουράνιας Θεάς
    που τραγουδάει η Ψυχή... της Ζωής τον Έρωτα
     κι οι μέλισσες... μ'ένα γεράκι έστησαν χορό
    κι μέθυσαν  μ'αλμύρα τα τζιτζίκια....

    ΚΑΛΗ Σας ΗΜΕΡΑ.. 

                                                  


                                                                                                                                 
                                                                                                   
    July 22

    ΤΑΞΙΔΙ στα...... ΚΥΘΗΡΑ

                                                                                                                                                                                                    

                                                                                                                                                                                  
     


    Κ Υ Θ Η Ρ Α το ΝΗΣΙ
    της  ΟΥΡΑΝΙΑΣ  ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ

       

       

    Η θάλασσα των Κυθήρων, η γενέτειρα
    της ΟΥΡΑΝΙΑΣ Αφροδίτης κατά το μύθο του Ησιόδου. "Ο κρόνος με της μητέρας του το δρεπάνι  θανάτωσε τον Ουρανό, κόβοντας τα γεννητικά του όργανα." Εκείνα έπεσαν στη θάλασσα των Κυθήρων και έγιναν μικρά νησάκια (Δραγονάρες). Το αίμα του άγγιξε τον αφρό της θάλασσας και μέσα από την ένωση αυτών των δύο στοιχείων γεννήθηκε η Ουράνια Αφροδίτη, η θεά του Έρωτα. Δεν έμεινε όμως στα Κύθηρα. Μέσα σε ένα μεγάλο κοχύλι ταξίδεψε μέχρι την Πάφο της Κύπρο όπου και έμεινε.

    "Ο συμβολισμός της Αφροδίτης και των Κυθήρων πέρασε στους αιώνες και έφτασε στο 18ο για να απεικονιστεί σε πίνακες όπως η «Επιβίβαση για τα Κύθηρα του Αντουάν Βατό (Jean Antoine Watteau)



    να καταγραφεί στην ποίηση της αναγέννησης,
     με "Ένα Ταξίδι στα Κύθηρα" του
    Charles Baudelaire (1821-1867), "Τα Κύθηρα των τραγουδιών η φημισμένη χώρα.." όπως λέει.. και να συνεχίσει στην κινηματογραφική οπτική του Θεόδωρου Αγγελόπουλου:

       
    και την θεϊκή Μουσική... της Ελένης Καραΐνδρου

       

    και να μη σταματήσει ποτέ να σημαίνει κ ά τ ι,
    όσο στους  ο ρ ί ζ ο ν τ ε ς  των ανθρώπων
    θα υπάρχει το μακρινό και ποθητά ιδεατό.

       

                        Θα έλθετε μαζί μου;;;..........
    θα μείνω για κάποιες μέρες... τόσες όσες
    μου χρειαστούν για λίγη ανατροφοδότηση...

       

       

    Τα Κύθηρα είναι το σταυροδρόμι των πολιτισμών της Μεσογείου. Ήταν πάντοτε το φιλόξενο καταφύγιο των κουρσάρων, των εποίκων, των ασκητών, των ρομαντικών και των ονειροπόλων μέχρι και σήμερα...

      όμως υ π ά ρ χ ο υ ν και κάποιοι που...
    δεν φτάνουν  π ο τ έ.... στο νησί

       

         Τι λέτε..... θα έλθετε μαζί μου;;;;...... 
    Φ ύ γ α μ ε!!!... 
     

                                                                                                                                

                                                                                                                                                                                    

                 

    ΟΥΡΑΝΙΑ ΑΦΡΟΔΙΤΗ

                                                                                                                    
                                                                                                


    Ο Sandro Botticelli εμπνεύστηκε από τον Ομηρικό Μύθο που θέλει την Αφροδίτη να αναδύεται από τα κύματα..
    Σύμφωνα με τον ΟΜΗΡΟ η Αφροδίτη γεννήθηκε στην Πέτρα του Ρωμιού, μια όμορφη ακτή στην Πάφο της Κύπρου.
    κι ο Ζέφυρος την έσπρωξε στη θάλασσα, την στόλισαν οι ΩΡΕΣ και την μετέφεραν τα κύματα... στον ΟΛΥΜΠΟ.

    Στη Θεογονία του Ησίοδου η Αφροδίτη είναι κόρη του ΟΥΡΑΝΟΥ και της ΘΑΛΑΣΣΑΣ.... και γεννήθηκε απ'τον αφρό
    των κυμάτων.. εκεί που πέταξε τα γεννητικά όργανα του πατέρα του ο Κρόνος. Με τη βοήθεια του Ζέφυρου ταξίδεψε στον απέραντο ωκεανό... Στο ταξίδι της πέρασε πρώτα από τα ΚΥΘΗΡΑ... και μετά έφτασε στην Κύπρο.

    Τα ΚΥΘΗΡΑ θεωρούνται το ΝΗΣΙ της ΟΥΡΑΝΙΑΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ
    κι εκεί υπάρχει το πρώτο ιερό της θεάς στον Ελλαδικό χώρο.
    Ο ΟΜΗΡΟΣ στην Ιλιάδα την αναφέρει ως "ΚΥΘΕΡΕΙΑ ΘΕΑ, του ΕΡΩΤΑ τροφός"



    Σύζυγος του ΗΦΑΙΣΤΟΥ δεν έκανε όμως κανένα παιδί μαζί του Φέρεται σαν η αγαπημένη ερωμένη του ΑΡH.. εδώ ο Sandro Botticelli την δείχνει να νικά τον θεό του Πολέμου..
    Απ'τον έρωτα της Αφροδίτης με τον Άρη, γεννήθηκαν
    4 παιδιά: Ίμερος, ο Έρωτας, ο Δείμος και ο Φόβος. 
    Με τον Ποσειδώνα.. η Αφροδίτη γέννησε την Ρόδο και
    τον Έρυκα (το όνομά του φέρει βουνό της Σικελίας).
    Με τον Διόνυσο γέννησε τον Πρίαπο, βασιλιά της Τροίας
    ενώ με τον Ερμή γέννησε τον Ερμαφρόδιτο.

    Ο μεγάλος έ ρ ω τ α ς  της θεάς ήταν ο ΑΔΩΝΙΣ, ένα πανέμορφο αγόρι.. που για να το σώσει το εμπιστεύτηκε
    να το μεγαλώσει η ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ στα άδυτα του ΑΔΗ.
    Όταν όμως μεγάλωσε... η Περσεφόνη δεν ήθελε να τον αποχωριστεί... έτσι ο ΔΙΑΣ διευθέτησε την σύγκρουση
    των δύο θεών, λέγοντας ότι ο ΑΔΩΝΙΣ να μοιράζει
    το 1/3 του  χρόνου του με την κάθε μια.. και το άλλο τρίτο
    να το περνά όπως εκείνος ήθελε. Ο Άδωνις περνούσε 4 μήνες
    με την Περσεφόνη και το υπόλοιπο με την Αφροδίτη και το κυνήγι. Σε ένα του κυνήγι σκοτώθηκε από ένα κάπρο, στη Λευκάδα. Ένας μύθος την φέρνει να πηδά από το ίδιο λευκό βράχο στο κενό, μες στον μεγάλο της καημό για τον αδικοχαμένο ερωτά της. Το αίμα του ΑΔΩΝΗ πέφτοντας στο χώμα, γέννησε τα ΚΟΚΚΙΝΑ τριαντάφυλλα ενώ τα δ ά κ ρ υ α 
    της ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ γέννησαν την ΑΝΕΜΩΝΗ. Η Περσεφόνη
    λυπήθηκε την Αφροδίτη και επέτρεψε στον ΑΔΩΝΗ να επιστρέφει για 6 μήνες κοντά της.

    Στην Αρχαία Σπάρτη και στα Κύθηρα, η ΟΥΡΑΝΙΑ ΑΦΡΟΔΙΤΗ απεικονίζεται σαν οπλισμένη πολεμίστρια θεά
    και ονομάζεται Αφροδίτη ΑΡΕΙΑ. Τα όπλα της, λέγεται ότι
    τα κατασκεύασε ο συζυγός της, ο Ήφαιστος.

    Ενδιαφέρον είναι και ο Μύθος που συνδέει την θεά με τον Πλανήτη Αφροδίτη... που αναπαριστάται με το Λιοντάρι τ'ουρανού, το βρυχώμενο Λιοντάρι... που θρηνεί, με λυτά μαλλιά στον άνεμο.. ένα φοβερό Λιοντάρι που εξαφανίζει καθετί εχθρικό... Εμφανίζεται να βουτά στο κενό, με την μορφή του Α π ο σ π ε ρ ί τ η... και να επανεμφανίζεται λαμπερότατο την αυγή... με την μορφή του Α υ γ ε ρ ι ν ο ύ..

    Αρχείο:Wenuszmf.jpg  Αρχείο:Wenuszmt.jpg
    Η Αφροδίτη της Μήλου.. ένα καταπληκτικό έργο της ελληνιστικής τέχνης, που συνδυάζει αρμονικά τη γυναικεία ομορφιά και θηλυκότητα, ο κατασκευαστής του είναι άγνωστος.... χρονολογείται γύρω στον 1ο αιώνα π.Χ.
    Βρίσκεται στο Μουσείου του Λούβρου στο Παρίσι, ενώ
    στο Μουσείο της Μήλου, υπάρχει ένα πιστό αντίγραφο, που έφεραν οι Γάλλοι.

    Ο Πλάτων στο Συμπόσιο με την θέση του Παυσανία αναφέρει ότι ο έρωτας δεν είναι στην ολότητά του κάτι ευγενικό.
    Η Αφροδίτη ΠΑΝΔΗΜΟΣ.. (που κατά τον Όμηρο, ήταν κόρη
    του Δία και της Διώνης) συνδέεται με τον έρωτα τον ασταθή, όπως είναι η ομορφιά του σώματος.
    Αντίθετα... η ΟΥΡΑΝΙΑ Αφροδίτη, (που κατά τον Ησίοδο, ήταν η κόρη του Ουρανού και της Θάλασσας) εμπνέει τον Ουράνιο Ερωτα... τον ΕΡΩΤΑ
    της ΨΥΧΗΣ.
     

     
    July 21

    ΚΥΠΡΟΣ........ Αν Βουληθώ να σ'αρνηθώ.....

     

      

     

       

    Κύπρος μέσα στους αιώνες....

      

    Κύπρος... το Νησί της Αφροδίτης και του Αγώνα

      

    Σ'αυτούς που έδωσαν... τη Ζωή τους για την Λευτεριά

      
    Ήλιε φονιά πως άφησες να γίνει το κακό
    σκοτώσανε το σταυραετό και τον αυγερινό...

      

    Αν βουληθώ, αν βουληθώ
    να σ' αρνηθώ
    να σ' απολησμονήσω
    να μην εβρώ νερό να πιω
    μη ρούχο να φορήσω

    Αν βουληθώ, αν βουληθώ
    να σ' αρνηθώ
    να σ' απολησμονήσω
    να μη μπορώ φιλί να βρω
    μη δάκρυ να δακρύσω....

    Δημοτική Κυπριακή Ποίηση

    20 Ιούλη 1974 - 20 Ιούλη 2009
    35 χρόνια... ντροπής και οδύνης
    Αμμόχωστος... μια πόλη νεκρή στη γη
    στέρεψε και το δάκρυ...

    July 20

    Το Μ υ σ τ ι κ ό του Ανέμου

                                                                                                                                                                                                 

    ΠΕΣ ΜΟΥ ΘΑΛΑΣΣΑ
    Γαλάζια μάνα του γιαλού,
    του καπετάνιου ελπίδα,
    άσε τα άσπρα κύματα
    να'ρθουν τώρα κοντά μου,
    άλατι γέμισε η ματιά,
    φουρτούνα η ψυχή μου,
    τρέμει σαν ψάρι το κορμί,
    ματώνει η καρδιά μου.
    Να τα ρωτήσω επιθυμώ
    το μ υ σ τ ι κ ό  του  Α ν έ μ ο υ,
    που σου ταράζει το κορμί
    και φέρνει τρικυμία,
    μ'ένα μονάχα χάδι...
    Του έρωτα το μυστικό,
    του πόθου τη σαγήνη,
    μονάχα αυτός γνωρίζει.

    Άσε τα άσπρα κύματα
    γλυκά να μ'αγκαλιάσουν,
    να μου γιατρέψουν τον καημό
    με το νανούρισμά τους
    κι όταν σιγάσει το κορμί,
    και σταματήσει ο πόνος
    πες τους τραγούδι να μου πούν..
    το  μ υ σ τ ι κ ό  του  Α ν έ μ ο υ.

    Lunapiena

        

    Πες μου θάλασσα
    τόσα μυστικά σου
    απ' τον κόσμο κρύβεις
    και μες τη σιωπή στα βαθιά
    χρόνια τα κλείνεις

    Ποια ναυάγια
    λάθη αλλοτινά σου
    λάφυρα της μνήμης
    με μαργαριτάρια ακριβά
    χρόνια τα ντύνεις

    Θάλασσά μου σαν και σένα κάποτε
    φουρτούνες σήκωνα και γω
    Στα νερά μου τ' αγριεμένα αγάπες
    αδικούσα δίχως να σκεφτώ..
    κι έστειλα πολλές φορές καράβια
    στης καρδιάς μου το βυθό
    ίδια εγώ με σένα.

    Θάλασσα μου σαν και σένα τώρα
    με ναυάγια ζω και γω παλιά,
    για όσες χάθηκαν ζωές στην μπόρα
    το μετάνιωσα μα είναι αργά
    και 'χω κάνει πια τα λάθη δώρα,
    δυο κοράλλια αληθινά..
    στην καρδιά κλεισμένα
    ίδια εγώ με σένα.

    Πες μου θάλασσα,
    πόσα μυστικά σου,
    λάφυρα της μνήμης
    με μαργαριτάρια ακριβά
    χρόνια τα ντύνεις.

    (ρεφρέν)

    Άλκηστις Πρωτοψάλτη
    Στίχοι: Ελένη Ζιώγα
    Μουσική: Αντώνης Μιτζέλος

    Η ΘΑΛΑΣΣΑ......

    Η  Θ ά λ α σ σ α

    Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα:
    μπαίνεις και δεν ξέρεις αν θα βγεις.
    Πόσοι δεν έφαγαν τα νιάτα τους
    –μοιραίες βουτιές, θανατερές καταδύσεις,
    γράμπες, πηγάδια, βράχια αθέατα,
    ρουφήχτρες, καρχαρίες, μέδουσες.

    Αλίμονο αν κόψουμε τα μπάνια
    Μόνο και μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι.
      Αλίμονο αν π ρ ο δ ώ σ ο υ μ ε  τη θάλασσα
      Γιατί έχει τρόπους να μας καταπίνει.
      Η θάλασσα είναι σαν τον  έρωτα...

    Ντίνος Χριστιανόπουλος
    1962

    Νυχτερινές Μελωδίες.....

      

    Salvatore Adamo_1965

      
           
               Amedeo Minghi  

        

    Nύχτα Μαγικιά  (ο Εφιάλτης της Περσεφόνης)


      


      



      

    Καλη  Σας  Νύχτα....

    July 19

    Τραγουδώντας... την Αγάπη


                                                                                                                     


       
     
       


       


       



       
     
       
     

     

    July 18

    Έπιασε.... η Αθώα τους Ευχή.....

     

      Έπιασε... η αθώα τους ευχή

    'Ηλθε κάποτε μια μέρα στο κόσμο, που
    ο ήλιος κουράστηκε πιά τον γαλάζιο ουρανό να φωτίζει, και τα σύννεφα δεν έφερναν νερό, κόπασε κι ο άνεμος κι η νύχτα έκρυψε στο σκοτάδι της τ'άστρα και τη Σελήνη.
    Το Πράσινο έπαψε πιά τη Γη.. μ'ελπίδα
    να στολίζει κι η Περσεφόνη φυλακισμένη έμεινε.. για χρόνια, στα φωτισμένα
    με λάμπες και φλόγες ευγενών αερίων
    του υποχθόνιου αφέντη της, στ'άδυτα παλάτια του Άδη.

    Κι έγινε κόλαση η ζωή.. και ράθυμος ο νους τ'ανθρώπου κι η φαντασία έσβησε.. σταμάτησε η τέχνη να δημιουργεί, κι
    η ποίηση δεν άνθιζε τα ρόδα της
    στο περιβόλι της ψυχής.

    Γέμισε ο ουρανός από σύννεφα μαύρου δύσοσμου καπνού. Στις πόλεις φύτρωναν κτήρια πανύψηλα από σίδηρο και μπετόν
    κι ο άνθρωπος.. θεός πίστεψε πως είναι, καθ'ομοίωση με τον Πατέρα και κατασκεύαζε ολημερίς, χωρίς σταματημό, άψυχες μηχανές και έστησε εργαστήρια εξερεύνησης τάχατες
    του μυστηρίου της ζωής και αποθήκευε
    με αγωνία και λαιμαργία, αντί για σπόρους, χρήμα.

    Η γη έχασε την αξία της, θρηνεί γονατιστή
    η Δήμητρα γερασμένη, αγκαλιάζοντας
    τους τελευταίους καμμένους κορμούς
    των δέντρων, και τα ποτάμια στέρεψαν..
    κι οι λίμνες θόλωσαν απ'τη λάσπη, και
    δεν καθρέφτισαν πιά τ'όμορφο πρόσωπο
    του Νάρκισσου. Άρχισαν να λοιώνουν
    οι πάγοι.. αφιλόξενες και στείρες έμειναν
    οι θάλασσες κι οι ωκεανοί κρατούν με κόπο του Ποσειδώνα την οργή.

    Οι μούσες εγκατέλειψαν τον Όλυμπο, κρύφτηκαν κι οι νύμφες.. δραπέτευσε και
    η Νεφέλη, οδύρεται στις έρημες χαράδρες
    η Ηχώ, κι οι άγγελοι θρηνούνε, ενώ κακόβουλα σιδερένια πουλιά.. τον θάνατο σκορπούσαν.

    Άμυαλοι σκλάβοι-αφέντες της εύκολης δόξας και του πλούτου, παζαρεύουν με ύφος παντογνώστη την πολυεθνική πραμάτεια τους... μια δεκάρα η ηθική.. και
    η αξιοπρέπεια πωλείται στις εκπτώσεις.. γέμισαν οι αγορές του κόσμου..
    από ξεπεσμένους άφραγκους πρίγκηπες,
    που χλευάζουν και λοιδορούν χαμένες δόξες..
    κι εξουσίες. Είν' άπιστος και ύπουλος υπηρέτης το χρήμα, αλλάζει αφέντες συνεχώς.

    Μια μάνα γονατιστή παλεύει να σώσει
    το μονάκριβο παιδί της.. να το γαλουχήσει τολμάει με παλιά παραμύθια της γιαγιάς,
    πιό κει κρυμμένος ένας συγγραφέας..
    σκυφτός με αγωνία φανερή.. να σώσει προσπαθεί το Λόγο, κι ένας ζωγράφος
    με ματωμένα χέρια απ'τη μπογιά, δακρυσμένος.. παλεύει να σώσει της ζωής την ομορφιά, σε μια ακτίνα του ήλιου..

    Σ'ένα υπόγειο μαζεύτηκαν καμιά δεκαριά παιδιά.. και ψάχνουν μ'ενα φακό από λείζερ... για να βρουν του Αλαντίν την λάμπα.. να κάνουν θέλουν μια ευχή.. το φως της αυγής να ξεπροβάλει... και το φεγγάρι να φανεί στον ουρανό και πάλι.. λαμπρό και φωτεινό όπως το τραγουδούσανε.. τα χρόνια τα παλιά, στα παραμύθια του παππού, χωρίς το φόβο της σκλαβιας.. τα Ελληνόπουλα.

    Μια αραχνιασμένη ακούρδιστη λύρα.. τραβάει την προσοχή τους, αρχίζουν
    να χαιδεύουν τις χορδές της απαλά.. με δέος στη ματιά.. κι ένοιωσαν τις νότες της χαράς, να τους γεμίζει την καρδιά... μια ακτίνα από ανέλπιδο φως... τρύπωσε κρυφά στο σκοτάδι.. κι έλαμψε σαν άστρο.. και μεμιάς όλα μαζί.... ξέχασαν τη λάμπα του Αλαντίν και άρχισαν δειλά να τραγουδάνε..
    Ένα χαμόγελο απρόσμενης χαράς τα πρόσωπά τους φώτισε.. γεννήθηκε μέσα τους και πάλι η Ελπίδα.. έπιασε η αθώα τους ευχή.. Νίκησε για μια ακόμα φορά...
    και πάλι η Ζωή!

    Lunapiena

     
     
    July 17

    Κάνε το Δάκρυ σου Τραγούδι....

     
                                                                                                                                
                                                                  
      
    Κάνε το δάκρυ σου χαρά
    και τον καημό σου
    του γιαλού μαργαριτάρι..
      
    κάνε το δάκρυ διαμάντι της χαράς
    να λάμπει ο κόσμος κρυφά σαν το φοράς
      
    Δάκρυ που κυλάς στο μαξιλάρι μου,
    ζάλισε με ν' αποκοιμηθώ..

      

    Μα ο καλός ο Δίας
    της παίρνει το νερό της εφηβείας
    την κάνει σύννεφο και την σκορπά
    για να μην την βρουν...
      

    ΟΤΑΝ ΜΙΛΑΣ ΓΙΑ ΧΩΡΙΣΜΟ, ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ
    ΝΑ ΜΗ ΔΑΚΡΥΖΕΙΣ ΜΠΡΟΣ ΜΟΥ...
     
      
    Δακρυσμένα μάτια νυσταγμένοι κήποι
    όνειρα κομμάτια ας ήτανε να ζω...

      
                                                                                                                                       

    Εκείνο το Δάκρυ.....




     

    Εκείνο το Δάκρυ

    Βράδυ Σαββάτου.. Αισθάνεται κουρασμένη, κουρασμένη και ικανοποιημένη. Δεν έχει όρεξη για εξόδους. Δούλεψε πολύ σήμερα. Μια δουλειά που της γεμίζει την καρδιά,
    μια δουλειά που λατρεύει. Κι είναι κάποιες στιγμές που νοιώθει να πλημμυρίζει η καρδιά από σκέψεις και συναισθήματα, που επιθυμεί να τα κρατήσει, να τα διαφυλάξει, να μη καταλήξουν στο ποτάμι της λησμονιάς. Δεν αγαπά τη λήθη.. μοιάζει σαν θάνατος.. εκεί που η λέξη δεν έχει δύναμη, ούτε αξία.. εκεί που η εικόνα σκορπίζεται στο σκοτάδι μιας νύχτα σιωπής, χωρίς άστρα.
    Λαχταρά να ταξιδέψει απόψε, θέλει ν'ακούσει τη φωνή της σιωπής.. επιθυμεί ν'αφουγκραστεί με προσοχή το διάλογο του νου και της καρδιάς.. θέλει να ονειρευτεί ξανά. Είναι τόσο όμορφο να ονειρεύεσαι..Τα όνειρα δραπετεύουν με τον ερχομό της πρώτης ακτίνας του ήλιου. Δεν αντέχει η αυταπάτη στο πολύ φως.
    Είναι υπέροχο όμως να ονειρεύεσαι. Από πάντα προστάτευε με λατρεία την πραγματικότητά της, όμως ποτέ δεν έπαψε να ονειρεύεται... Τα όνειρα μένουν όνειρα.. , δεν αντέχουνε στη φθορά του χρόνου, γιατί προτιμούν να χαρίζουν χρώμα στο σκοτάδι, όπως τ'άστρα χαρίζουν το φωτεινό τους χαμόγελο στη νύχτα.
     
    Όμως, είναι κάποιες σπάνιες φορές, που τα όνειρα βγαίνουν αληθινά.. όπως εκείνο το όνειρο στο Sorento, πριν πολλά πολλά χρόνια. Ήταν μια μέρα του Μαγιού, ένα πρωινό Σαββάτου.. που αφέθηκε να την πάρει τ'όνειρο. Εκείνος ήταν ένα ωραιότατο αγόρι, με δυό γκριζοπράσινα μάτια που καθρέφτιζαν την υπόσχεση του έρωτα. Το βλέμμα του βαθύ σαν θάλασσα, την μάγεψε.. κι αφέθηκε στο κύμα του κι άρχισαν να χορεύουν τα κορμιά κι ενώθηκαν οι ψυχές. Και από μια σύμπτωση ζωής, μόλις είχαν κλείσει και οι δυό τα 19 τους χρόνια... ερωτευμένοι με τη ζωή, με χίλια όνειρα κι αμέτρητες επιθυμίες... με φλόγα στη ψυχή. Εκείνο το βλέμμα έφερε άνεμο δυνατό και αναστάτωσε της καρδιάς το λιμάνι κι η φλόγα της επιθυμίας του τάραξε του κορμιού την ηρεμία.
    "Κοίταμε στα μάτια και διάβασε τι σου λένε" είχε πει,
    " τα μάτια, δεν ξέρουν να λένε ψέμματα, ποτέ δεν απατούνε"... "Κοίταμε.. άσε με να δώ μέσα σου, θέλω να μάθω την αλήθεια σου" είχε συνεχίσει...
    -"Τι διαβάζεις?" ρώτησε εκείνη με κομμένη την ανάσα.
    -"Σ'Αγαπώ" απάντησε! "Είσαι αυτή που έψαχνα" συνέχισε... και ένα δάκρυ κύλησε στο προσωπό του..
    Δάκρυσε και κείνη.. κι εκείνος έσκυψε και ήπιε το δάκρυ από τα μάτια της..
    -"Είναι η υπόσχεση του έρωτα", είπε σιγανά.
    "Έτσι γράφεται ο έρωτας, μ'ενα δάκρυ και χίλια φιλιά"
    Έτσι άρχισε η ιστορία τους, μ'ενα δάκρυ και χίλια φιλιά... Κολύμπησαν στο πάθος κι έσβηναν τη φλόγα μες την υγρή του αγκαλιά... Μια ιστορία έρωτα και αγάπης που γράφτηκε με ανεξίτηλο μελάνι στη καρδιά κι ήταν τόσες οι φορές, που ο ένας χανόταν στο βλέμμα του άλλου και μιλούσαν στη σιωπή.. πόσα μυστικά της καρδιάς επικοινώνησαν στη σιωπή... ένας διάλογος λαλίστατης σιωπής που κράτησε για 21 ολόκληρα χρόνια..
    Ένα αγαπημένο κεφάλαιο ζωής που τέλειωσε μια μέρα. Κάθε ιστορία έχει πάντα μια αρχή κι ένα τέλος..
     
    Αγαπάει την ιστορία της, κάθε τόσο σκύβει και την φυλλομετρά, με σεβασμό και τρυφεράδα, γιατί είναι της ζωής της κληρονομιά, είναι η δική της αληθινή περιουσία αγάπης.. Συνέχισε να ταξιδεύει και πάλι στη απέραντη θάλασσα της μνήμης. Η ζωή συνεχίστηκε.. άλλες αναμνήσεις έρχονται στο νού, μοναχικές σελίδες γραμμένες στην αναζήτηση της χαράς.
     
    Σταματά σ'ενα άλλο κεφάλαιο, χωρίς αρχή και δίχως τέλος. Ένα κεφάλαιο ποίησης, γραμμένο με δάκρυ!
    Η ποίηση του έρωτα, χωρίς προσδοκίες και δίχως αύριο. Μια βροχή από δάκρυα πότισε μια μικρή τριανταφυλλιά που γέννησε ένα πανέμορφο ολόλευκο τριαντάφυλλο.
     Άκουσε πολλές φορές το "Σ'αγαπώ" στο δρόμο της ζωής της, αλλά ποτέ πια δεν το ξανασυνάντησε, γραμμένο βαθειά μέσα στο βλέμμα του άλλου. "Τα μάτια δεν λένε ποτέ ψέμματα, δεν ξέρουν ν'απατούν", το ξέρει καλά. Ήταν η επιθυμία, αυτό που συναντούσε, ήταν
    ο θαυμασμός, ήταν η εκτίμηση, ήταν η συμπάθεια και
    η τρυφεράδα. Ομορφα πράγματα συνάντησε στα βλέμματα των άλλων γι'αυτή, αλλά ποτέ όμως δεν ξαναβρήκε εκείνο το γνήσιο και καθαρό "Σ'αγαπώ..,
    είσαι αυτό που έψαχνα.."
     
    Κλείνει τα μάτια.. και ρωτάει τον εαυτό της "και Εσύ? ένοιωσες ποτέ Εσύ εκείνη την έντονη εσωτερική ταραχή και φλογισμένη ανατριχίλα, που φέρνει ο εγκέλαδος του έρωτα στη ψυχή? ένοιωσες άλλη φορά βαθειά μέσα σου τον έρωτα να κατοικεί?.. Ένα δάκρυ κύλησε στο πρόσωπό της.. και το άφησε να τρέξει.. Βράδυ Σαββάτου...
    Η τελευταία νύχτα του Μαγιού κι είναι ο μήνας που γεννήθηκε.. Έχει τη γεύση της θάλασσας αυτό το δάκρυ της απόψε...

    Lunapiena
    31-5-2003


                                                                                                                                                                                                                  
    July 16

    Μουσικά Ταξίδια με..... την Ευανθία Ρεμπούτσικα

     

     

     
             

        
      
      
       

            
       

    Μελωδίες.... που μας ταξιδεύουν....

    ΄Οταν....



    ΄Οταν...


    Όταν εκείνος θα κατοικήσει
    στο κέντρο της ύπαρξής σου,
    σαν ένα πρόσωπο τιμής..
    Όταν μ'ένα χαμόγελό του
    καταφέρνει να φωτίζει το σκοτάδι σου,
    όπως ο ήλιος φωτίζει το φεγγάρι..
    Όταν θα μπορέσεις ν'αγαπήσεις
    για τη χαρά που νοιώθεις όταν αγαπάς,
    χωρίς προσδοκίες και δίχως αυταπάτες..
    Όταν η μορφή του γεμίσει,
    όλη την οθόνη της καρδιάς σου..
    και σου χαρίζει πληρότητα..
    Όταν το σώμα και η ψυχή του,
    γίνουν για σένα το ιερό..
    που θα λατρεύεις ένα πανάρχαιο θεό..
    Όταν η κάθε σας συνάντηση
    θυμίζει της Άνοιξης χορό,
    στην αρμονία της φύσης...
    Όταν η ευτυχία του δεν μένει
    μια μόνο ευχή... αλλά γίνεται
    η πιό βαθειά σου επιθυμία..
    Όταν θα μπορέσεις να μη πονάς
    απ'τα λάθη και τις αδυναμίες του,
    αλλά να νοιώθεις τρυφερότητα κι αγάπη..
    Όταν θα μάθεις να δέχεσαι,
    χωρίς να αποδέχεσαι και τον εκνευρισμό του,
    με σεβασμό στη σκοτεινή πλευρά του ..
    δίχως σταγόνα οίκτου κι ανάγκη για συγνώμη .
    Όταν θα φτάσεις να νοιώσεις την ευτυχία,
    σαν πεταλούδας χορό, που'ρχεται και φεύγει..
    Όταν θα γίνεις ικανή να βλέπεις
    την ομορφιά του κόσμου
    και με θλιμμένα μάτια..
    'Οταν θα μπορέσεις να ονειρεύεσαι σιωπηλά
    και να ξυπνάς.. όταν χρειάζεται
    ν'αδράξεις την αλήθεια της ζωής..
    Όταν κάθε στιγμή θα'ναι για σένα
    μια ευκαιρία για ένα χαμόγελο ευγνωμοσύνης
    στη θύμηση της πρώτης σας συνάντησης..
    Όταν κι η μοναξιά σου..
    θα γίνει απαλή και αγαπημένη..
    μια ευκαιρία να φροντίζεις και σένα
    Όταν η Ζωή σου θα παίρνει νόημα
     μ' ένα δικό του χαμόγελο ευτυχίας..
    Τ ό τ ε... θα'χεις γνωρίσει 
    την πραγματική Αγάπη, καρδιά μου
    την υπέροχη Ποίηση της΄Υπαρξης.
    Ε! Ναι...
    Πάντα να ζητάς το μέγιστο στην Αγάπη
    αν θες να γνωρίσεις της υπαρξής σου τα όρια.
     
    Lunapiena

    July 15

    ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ.......και ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ

                   

     
            
                                                 
                                                
     

           

     

           


             


        

      



    July 13

    Τραγουδώντας..... με τον Νίκο Καββαδία

       

     
         

                                      «Οι 7 Νάνοι στο s/s Cyrenia»,
                                 αφιερωμένο «Στην Έλγκα»
                                   

                        

                Εφτά. Σε παίρνει αριστερά, μην το ζορίζεις.

                Μάτσο χωράνε σε μια κούφιαν απαλάμη.

                Θυμίζεις κάμαρες κλειστές, στεριά μυρίζεις.

                Ο πιο μικρός αχολογάει μ’ ένα καλάμι.

                Γυρίζει ο Σημ της μηχανής τα δυο ποδάρια.

                Ο Ρεκ λαδώνει στην ανάγκη το τιμόνι.

                Μ’ ένα φτερό ξορκίζει ο Γκόμπυ τη μαλάρια

                κι ο στραβοκάνης ο Χαράμ πίττες ζυμώνει.

                Απ’ το ποδόσταμο πηδάν ως τη γαλέτα.

               
                -Μπορώ ποτέ να σου χαλάσω το χατίρι;

                Κόρη ξανθή και γαλανή που όλο εμελέτα

                ποιος ρήγα γιος θε να την πιεί σ’ ένα ποτήρι.

                
                Ραμάν αλλήθωρε, τρελέ, που λύνεις μάγια,

                κατάφερε το σταυρωτό του Νότου αστέρι

                σωρός να πέσει, να σκορπίσει στα σπιράγια,

                και πες του κάτω από ένα δέντρο να με φέρει.

                Ο Τοτ, του λείπει το ένα χέρι μα όλο γνέθει,

                τούτο το απίθανο σινάφι να βρακώσει.

                      

                Εσθήρ, ποια βιβλική σκορπάς περνώντας μέθη;

                Ρουθ, δε μιλάς; Γιατί τρεκλίζουμε οι διακόσιοι;

                      

                 Κουφός ο Σάλαχ, το κατάστρωμα σαρώνει.

                -Μ’ ένα ξυστρί καθάρισέ με απ´τα μοράβια.

                 Μα είν’ ένα κάτι πιο βαθύ που με λερώνει.

                 -Γιε μου, πού πας; 
                 -Μάνα, θα πάω με τα καράβια.

                  Κι έτσι μαζί με τους εφτά κατηφοράμε.

                  Με τη βροχή, με τον καιρό που μας ορίζει.

                  Τα μάτια σου ζούνε μια θάλασσα, θυμάμαι…

                  Ο πιο στερνός μ’ έναν αυλό με νανουρίζει.


    Colombo
    1951

          
          
    Αφιερωμένο στην ανηψιά του ΕΛΓΚΑ ΚΑΒΒΑΔΙΑ
           αυτό το ποίημα του ΝΙΚΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ δανείζεται
           τον μύθο των 7 Νάνων κι είναι εκείνη η ΧΙΟΝΑΤΗ του....
         
    "Μπορώ ποτέ να σου χαλάσω το χατίρι;
            Κόρη ξανθή και γαλανή που όλο εμελέτα
            ποιος ρήγας γιος θε να την πιεί σ’ ένα ποτήρι."


            ΟΙ 7 ΝΑΝΟΙ:.... ο Σήμ, ο Ρεκ, ο Γκόμπυ, ο στραβοκάνης ο Χαράμ,
            ο αλλήθωρος, τρελός Ραμάν, ο Τοτ που του λείπει το ένα χέρι
            και ο κουφός Σάλαχ!
            παράξενα όντα η μικρή ομάδα Νάνων.... που ετοιμάζουν
            την μικρή Χιονάτη-Ελγκα που του μοιάζει.... και όλο μελετά
            σαν κι αυτόν.... μέρα νύχτα στο μικρό δωμάτιο με τον ασύρματο
            ..για να γίνει Γυναίκα..... και να την ξυπνήσει του Ρήγα ο γιος     
            που "θε να την πιεί σ’ ένα ποτήρι."
          
             Παράλληλα και σε αντιδιαστολή με την Ελγκα....
             περιγράφει την σκληρή και άσωτη ζωή των ναυτικών....
             που σαν άλλοι ΝΑΝΟΙ.... οδηγούν
             στο πουθενά το Πλοίο του Ερωτα κάτω από το βλέμμα    
            
    σημαδιακών γυναικείων μορφών.... ΕΣΘΗΡ.... ΡΟΥΘ....
             και...... η ΜΑΝΑ.....πάντα και παντού....
     
            
             ΘΑΛΑΣΣΑ και ΓΥΝΑΙΚΕΣ.....
             οι ΜΕΓΑΛΕΣ ΑΓΑΠΕΣ του Νίκου ΚΑΒΒΑΔΙΑ!
             κι  α ν ε φ ι κ τ ο ι...... έ ρ ω τ ε ς

    Το Τελευταίο Ρόδο


     



    Στην έρημή μου γη είσαι το ρόδο το στερνό.
    Pablo Neruda


     

    Coglierò per te
    l'ultima rosa del giardino,
    la rosa bianca che fiorisce
    nelle prime nebbie.
    Le avide api l'hanno visitata
    sino a ieri,
    ma è ancora così dolce
    che fa tremare.
    Attilio Bertolucci
     
     
    *******

    Θα κόψω για σένα
    το τελευταίο ρόδο του κήπου,
    ένα λευκό τριαντάφυλλο
    που άνθισε στη πρώτη ομίχλη.
    Λαίμαργες οι μέλισσες
    το τριγύριζαν μέχρι χθες,
    αλλά έχει ακόμα τόση ομορφιά
    που φέρνει ανατριχίλα.
     
    Αttilio Bertolucci
    Μετάφρ. Lunapiena
     

     

     
    July 12

    Το ΒΙΟΛΙ... απ'το Δωδεκάλογο του Γύφτου


    9. Το ΒΙΟΛΙ
    "Ο ΔΩΔΕΚΑΛΟΓΟΣ του ΓΥΦΤΟΥ"

    Κι εκεί που τέτοιοι λογισμοί
    το νου μου εμένα φουρτουνιάζαν,
    μιαν απριλιάτικην αυγή
    στο βαθυπράσινο λαγκάδι,
    σε μια σπηλιά καταμπροστά,
    κάτι αγναντεύω κατά γης,
    μισοθαμμένο μες στο χώμα...

    Σκύβω και βρίσκω ένα β ι ο λ ί.

    Γυναίκες, άντρες, νέοι και γέροι,
    μακριά από κείνο γοργοφεύγαν,
    και μήτε να το ξανακούσουν,
    και τα σφραγίζανε τ' αυτιά τους,
    και τράβαγαν τα μάγουλά τους,
    και καταριόνταν τον τεχνίτη,
    το βιολιστή πετροβολούσαν....

          

    Και τα παιδάκια μοναχά,
    ω! τα παιδάκια, την ατάραχη
    γιομίζαν ερημιά μου αυτά,
    και τήνε κάναν κόσμο αφέντη.
    Γιατί και πάντα... το βιολί μου
    τα ξάφνιζε και τα μαγνήτιζε.
    Και τρέχαν και με τριγυρίζαν,
    και τα μεγάλα τους τα μάτια,
    που πάντα μέσα τους πλανιέται
    στοχαστικό ένα μυστικό,
    τα παρασταίναν άφραστα όλα,
    το ρώτημα, το θαμπωμό,
    κι απάνου απ' όλα τη χαρά τους,
    και χαίρονταν απ' το βιολί μου,
    ....τ' αφορισμένο το βιολί,
    και σα να μου έστελνε από βάθη
    καιρού μελλόμενου φιλιά
    με τα τρισεύγενα παιδιά, η φυλή.

     

    Κι όπως ύστερ' απ' το πάλεμα
    τα στοιχεία, κι από τα μίση,
    σα ν' αλλάξανε, και γίναν
    στεριές, πέλαα, λόγος, χτίση,
    έτσι και ύστερα στ' ανθρώπινα,
    και στ' ανθρώπου την ψυχή
    θα 'ρθη να ριζώση ειρήνη και
    γαλήνη θ' απλωθή.
    Και θα ζήση ο λόγος, τ' άλογα,
    κι άνθρωποι κι αγρίμια, η πλάση,
    σαν τ' αγνά και σαν τα ωραία
    δέντρα στα μεγάλα δάση.
    Μ' εμάς πρώτος τη μελλόμενη
    μοίρα υπέρτατη στερνή,
    Γύφτε, ζήσε την απάνου
    ......στο προφητικό βιολί. 

    του Κωστή Παλαμά
    διαβάζει ο Χάρης Πολιτόπουλος

    Ο ΒΙΟΛΙΣΤΉΣ...

     

     
    O  Β ι ο λ ι σ τ ή ς

    Γεώργιου Δροσίνη

    Hταν ένας βιολιστής με παρδαλά ρούχα και με υψηλό σκούφο. Στο λαιμό του κρατούσε σφιγμένο το βιολί του και με τ' άλλο χέρι το δοξάρι. Kουρδιζόταν κι έπαιζε σαν αληθινός βιολιστής.

    Kι όμως δεν ήταν αληθινός. Hταν από ξύλο. Aπό ένα πολύ σπάνιο όμως ξύλο: το ξύλο της Aγάπης. Tι είναι αυτό το ξύλο κι από τι δένδρο κόβεται δεν ξέρω. Ξέρω μόνο πως κάθε τι το καμωμένο από τέτοιο ξύλο μπορεί ν' αγαπήση σαν ζωντανός άνθρωπος.

    O βιολιστής άμα ήρθε στον κόσμο ετυλίχθηκε μέσα σε χαρτί, εκλείσθηκε σε χονδρό κουτί κι εστάλη σ' ένα εμπορικό για να πουληθή σαν να ήταν σκλάβος ο κακόμοιρος.

    O έμπορος τον έβαλε στην βιτρίνα. Eκεί τον έβλεπαν οι διαβάτες και έβλεπε κι αυτός, χωρίς να καταλαβαίνουν εκείνοι ότι ήταν κρυμμένη ζωή στο άψυχο ξύλο. O έμπορος κάποτε τον εκούρδιζε και τότε πια μαζευόταν κόσμος πολύς, προ πάντων παιδιά, κι άκουαν με θαυμασμό τη γλυκειά φωνή του βιολιού του. Kι αυτή η φωνή είχε κάτι ξεχωριστό, κάτι που έφτανε ως την καρδιά.

    Oλο ενόμιζαν πως ο τεχνίτης είχε επιτύχει την μηχανή του. Δεν ήξεραν πως μέσα στο άψυχο ξύλο ήταν κρυμμένη ζωή. Δεν φαντάζονταν πως μόλις κουρδιζόταν η μηχανή ο βιολιστής έπαιζε το βιολί του μόνος με τη δύναμη της αγάπης που είχε μέσα του.

    Aλλά δεν έπαιζε για κείνους που μαζεύονταν κι έχασκαν έξω από τη βιτρίνα. Oύτε τους λογάριαζε ούτε τον έμελλε. Eπαιζε μονάχα για την αγάπη του. Kι η αγάπη του ήταν μια ωραία κούκλα υψηλότερη από όλες τις άλλες, λυγερή, ξεχωριστή στη χάρη, με κατακόκκινο φόρεμα στηλωμένη αντίκρυ του στην ίδια βιτρίνα του εμπορικού.

    O βιολιστής αυτήν αντίκρυσε πρώτη άμα βγήκε στο φως της ημέρας από το χονδρό κουτί του και σ' αυτήν εχάρισε όλη την αγάπη που είχε μέσα του. Aλλος κόσμος δεν υπήρχε εκτός της κούκλας. Eζούσε πια γι' αυτήν. Aλλά κι εκείνη βέβαια τον αγαπούσε. Aν δεν τον αγαπούσε, τότε γιατί δεν ξεκολλούσε τα μάτια της από πάνω του, τα φωτερά της εκείνα μάτια που τον έκαιαν; Aν δεν τον αγαπούσε γιατί δεν εγύριζε καν να ιδή έναν ξανθό αξιωματικό που επάνω στο ξύλινο άλογό του καθισμένος είχε γυρισμένο το κεφάλι προς το μέρος της από την ώρα που τον έβαλε εκεί ο έμπορος; Aν δεν τον αγαπούσε, γιατί χαμογελούσε από ευχαρίστηση όταν έπαιζε το βιολί του, σαν να καταλάβαινε πω μόνο γι' αυτήν έπαιζε;

    Tον αγαπούσε, τον αγαπούσε. Oλα αυτά ήσαν φανερά σημάδια. O βιολιστής ένα φόβο είχε μέσα στην ευτυχία της αγάπης του: μήπως τους χωρίσουν. Πώς ήταν δυνατόν να ζήση χωρίς αυτή; Kαι τι την ήθελε τη ζωή;

    Mα η τύχη που προστατεύει όλους τους ερωτευμένους δεν άφησε απροστάτευτο και τον ξύλινο βιολιστή. Mια μέρα, ενώ έπαιζε με όρεξη το βιολί του, επερνούσαν απ' έξω ένας ηλικιωμένος κύριος και μια μεσόκοπη κυρία.

    -Tι ωραία που παίζει αυτός!, είπε ο κύριος. Mούρχεται να τον αγοράσω του ανεψιού μου.

    Tην ίδια στιγμή η κυρία εκύτταξε την κούκλα.

    - Kαι τι ωραία που είναι κι αυτή! Θα την πάρω κι εγώ της ανεψιάς μου.

    Για μια στιγμή, ο βιολιστής ενόμισε πως θα χωριζόταν πια από την αγάπη του και τουρχόταν να σκάση από το κακό του. Eνώ όμως τον ετύλιγε ο έμπορος στο χαρτί, κατάλαβε από την ομιλία της κυρίας ότι ο ανεψιός και η ανεψιά ήσαν αδέλφια και ότι ύστερα από λίγες μέρες θα βρισκόταν πάλι κοντά στην αγαπημένη του κούκλα.

    Eκαμε υπομονή, μα και οι δυο μέρες, που έμεινε φυλακισμένος μέσα σ' ένα σκοτεινό ντουλάπι, του φάνηκαν χρόνοι ατέλειωτοι. Συλλογιζόταν τι θα γινόταν μόνη η αγαπημένη του, πως θα τον αναζητούσε, πως θα νόμιζε ότι δεν θα τον ξανάβλεπε πια και θα σπαραζόταν από απελπισία.

    Kι ο καϋμένος ο βιολιστής εδάκρυζε τόσο πολύ και τόσο συχνά, ώστε όταν τον εξετύλιξαν από το χαρτί την Πρωτοχρονιά από τα δάκρυα είχαν ξεβάψει τα μάτια του.

    Bρέθηκε μέσα σε μια σάλα φωτισμένη και γεμάτη κόσμο. Tι τον έμελλε για τον κόσμο; Aυτός εκύτταζε μόνο να ιδή πού είνε η αγάπη του. Kι όταν τον εκούρδισαν, έπαιξε μ' όλη του τη δύναμη για να τον ακούση αυτή και να χαρή. Tου κάκου όμως, του κάκου! H ώρα περνούσε κι εκείνη δεν φαινόταν πουθενά. Hσαν άλλες κούκλες εκεί καθισμένες γύρω στις μεγάλες πολυθρόνες, αλλά καμμιά δεν είχε τη χάρι της αγαπημένης του. O βιολιστής άρχισε ν' απελπίζεται, όταν ξαφνικά πέρα εκεί πίσω από μια πόρτα του φάνηκε πως είδε την άκρη ενός φορέματος και το φόρεμα αυτό έμοιαζε πολύ μʼ εκείνο το κόκκινο που φορούσε η αγάπη του. Πώς, ήταν λοιπόν εκεί και δεν εγύριζε να τον δη; Tι έκανε πίσω από την πόρτα; Mήπως τον επερίμενε επίτηδες εκεί, μακρυά από τον κόσμο; Eπλησίασε σιγά-σιγά με λαχτάρα, με καρδιοχτύπι. Kαι τι είδε; Tην αγαπημένη του μαζί με τον ξανθό εκείνον αξιωματικό, που δεν εγύριζε η άπιστη να δη όταν ήταν στη βιτρίνα του εμπορικού. Kαι τώρα θα κρυφομιλούσαν βέβαια οι δυο γλυκά-γλυκά εκείνος από το άλογό του κι αυτή στηλωμένη ορθή στον τοίχο.

    O βιολιστής άναψε από τον θυμό. Xωρίς να συλλογισθή τι κάνει, άρπαξε το ξύλινο σπαθί από τη μέση του αξιωματικού κι επέρασε τα άπιστα στήθη της κούκλας.

    Aλλά από την ανοιχτή πληγή εχύθηκε ξαφνικά κάτι που δεν έμοιζε καθόλου με αίμα. O βιολιστής με τ' αγριεμένα μάτια του το είδε και τινάχθηκε πίσω...

    - Tι! εφώναξε με βραχνή φωνή. Kαι την είχα αγαπήσει τόσο, κι ενόμιζα ότι μ' αγαπούσε κι αυτή ενώ δεν είχε μέσα στα στήθη της τίποτε άλλο από πίτουρα... πίτουρα!

    Tο πρωί, βρήκαν πίσω από την πόρτα την όμορφη κούκλα με τρυπημένα τα στήθη και χυμένα τα πίτουρα επάνω στο κόκκινο φόρεμα και το σπαθί του αξιωματικού πεσμένο κάτω στο πάτωμα. Kι όταν πήραν να κουρδίσουν τον βιολιστή, είδαν πως το ξύλο του ήταν σπασμένο σε δύο κομμάτια. Eρραψαν την πληγή της κούκλας, εκόλλησαν το σπαθί του αξιωματικού, κι επέταξαν στο κάρρο των σκουπιδιών τον άχρηστο βιολιστή...

    O Γεώργιος Δροσίνης (1859-1951)
    Tο διήγημα «O βιολιστής» δημοσιεύτηκε
    στο εβδομαδιαίο περιοδικό «Tύπος» και εντοπίστηκε στο αρχείο του δημοσιογράφου και συγγραφέα
    Mιχ. Xανούση.